Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Μέλος μιας ανθρωποβιβλιοθήκης


Πάνε πέντε χρόνια από τότε που έγραψα αυτήν την ανάρτηση την αφιερωμένη σε μια βιβλιοθήκη γεμάτη ανθρώπους, μια βιβλιοθήκη διαφορετική από τις άλλες καθώς αντί για χάρτινα βιβλία περιλαμβάνει ανθρώπους με όρεξη να αφηγηθούν τη δική τους ιστορία. Επιτέλους μου δόθηκε η ευκαιρία να επισκεφθώ μια τέτοια βιβλιοθήκη. Έτσι ιδιαίτερη που είναι δεν έχει μια συγκεκριμένη διεύθυνση αλλά δημιουργείται εκεί που υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να προσφέρουν στον τόπο τους κάτι το καινούριο. Άλλωστε φτιάχνεται από απλά υλικά όπως χαμόγελα, ζεστή σοκολάτα, όρεξη για κουβέντα. Πραγματικά δεν ήξερα πως θα είναι αυτά τα ζωντανά βιβλία, δεν είχα την παραμικρή ιδέα πως θα είναι ταξιθετημένα ή με ποιον τρόπο θα τα ανοίξω για να ξεκινήσω την ανάγνωση. Ανυπομονούσα.

Το μέρος που πια κοντεύει να γίνει προέκταση του σπιτιού μου είχε διαμορφωθεί αναλόγως για να φιλοξενήσει αναγνώστες και βιβλία κι εγώ στον προθάλαμο περίμενα. Τέσσερις άνθρωποι-βιβλία είχαν τοποθετηθεί στις τέσσερις γωνίες του δωματίου και ένας ακόμη στο κέντρο του. Είχαν φτιάξει ο καθένας τη γωνιά του με τον ανάλογο φωτισμό με μερικές καρέκλες γύρω του και περίμεναν τους αναγνώστες τους. Οι κανόνες ήταν απλοί, διαλέγεις μια γωνιά κάθεσαι στην καρέκλα δίπλα στον άνθρωπο-βιβλίο της επιλογής σου και για 15 λεπτά ακούς την ιστορία του. Όταν τελειώσει ο χρόνος ακούγεται ένα κουδουνάκι, αλλάζεις γωνιά κι ακούς την επόμενη ιστορία. Στο τέλος μπορούσες να ξαναπάς σε όποιο από τα ανθρώπινα βιβλία θα ήθελες να μάθεις περισσότερα.

1η ιστορία: Ένας Ελβετός που έμεινε στην Ελλάδα. Μια μέρα αποφάσισε να τα παρατήσει όλα στην Ελβετία και να κάνει το γύρω της Ευρώπης με ποδήλατο (στο κομοδίνο δίπλα στο πορτατίφ είχε ένα ποδήλατο μινιατούρα). Από την Ελβετία πέρασε στην Ιταλία, με το καράβι έφτασε στην Ελλάδα αλλά αντί να διασχίσει το βόρειο τμήμα της χώρας για να φτάσει στην Κωνσταντινούπολη, όπως είχε σχεδιάσει, κατέβηκε νότια. Στην Καλαμάτα ερωτεύτηκε αλλά συνέχισε το ταξίδι που ήθελε. Πήγε στην Κρήτη κι από εκεί αεροπορικώς στην Κωνσταντινούπολη, μετά Συρία και Ισραήλ. Είδε και έζησε πολλά, αλλά η καρδιά του έμεινε στην Καλαμάτα. Επέστρεψε και ζει μόνιμα ερωτευμένος.

2η ιστορία: Η λέξη "αθίγγανος" σημαίνει ανέγγιχτος. Οι Ρομά έχουν σημαία, ήταν από τα πρώτα πράγματα που μας είπε, ήταν κολλημένη πίσω του. Μια λωρίδα πράσινο, η γη, μια λωρίδα μπλε, ο ουρανός, και στη μέση ένας τροχός από κάρο, που συμβολίζει την κίνηση. Είναι που οι Ρομά μετακινούνται συνεχώς, επειδή ασχολούνται με το εμπόριο, επειδή έτσι συνηθίζουν να κάνουν. Οι Ρομά δεν θεωρούν ότι το σχολείο και η μόρφωση κάτι θα τους προσφέρει. Το σημαντικότερο είναι να κάνουν οικογένεια και να εργάζονται όλοι μαζί. Τελείωσε το δημοτικό, έκανε παιδί, χώρισε αλλά μετά αποφάσισε να πάει σε σχολείο δεύτερης ευκαιρίας για να τελειώσει την υποχρεωτική εκπαίδευση. Ζει σε σπίτι, δεν έχει καμία σχέση με τους άλλους, εκείνους που μένουν σε κατασκηνώσεις.

3η ιστορία: Πόσο ελεύθερος είναι ο καθένας να κάνει τις επιλογές του; Οι φίλοι του τον φωνάζουν μικρό πρίγκιπα, το βιβλίο του Εξυπερύ ήταν δίπλα του στο κομοδίνο. Είναι το αγαπημένο του βιβλίο. Νομίζω ότι μου μιλούσε ο μικρός πρίγκιπας, έστεκε ζωντανός μπροστά μου, δεν μπορούσε να είναι άλλος παρά αυτός. Μεγάλωσε σε ένα μικρό χωριό με τις αδερφές του και τον πατέρα του. Νωρίς κατάλαβε ότι ήταν ομοφυλόφιλος, δεν ήθελε να το κρύβει, δεν θεωρούσε ότι ήταν πρόβλημα. Η οικογένειά του δεν το δέχτηκε ποτέ. Έμεινε μόνος. Περιπλανήθηκε αλλά συνέχισε να ελπίζει. Ζει μόνος, χωρίς οικογένεια αλλά με πολλούς φίλους. Άλλοι θέλουν παιδιά και δεν μπορούν να έχουν κι άλλοι που τα έχουν δεν τα θέλουν, είπε. Πράγματι. Κάποιοι δεν αξίζουν να είναι γονείς, είπε. Όντως, να έχεις τον μικρό πρίγκιπα και να μην τον θες. Κι αυτό το χαμόγελό του ήταν που μου έμεινε.

4η ιστορία: Επιχειρηματίας, Μητέρα, Γυναίκα. Κουραμπιέδες μπροστά της, νοστιμότατοι! Έχει πέντε παιδιά, δεν ήθελε να μεγαλώσουν στην Αθήνα, στην γκρίζα πρωτεύουσα, κι ήρθε εδώ. Η επαρχία είναι καλύτερος τόπος για να ζουν τα παιδιά. Δούλευε στο κυλικείο του σχολείου τους γιατί ήθελε να είναι κοντά τους. Μετά ξεκίνησε μια δική της επιχείρηση, τα παιδιά δίπλα της. Χώρισε με τον άντρα της γιατί θα ήταν καλύτερα για τα παιδιά να είναι χώρια. Ο καθένας κάνει τη ζωή του αλλά τα παιδιά τους είναι πάνω από όλα. Τα τρία της, μεγάλα πια, έχουν φύγει και το καθένα έχει τη δική του ζωή. Τα δύο είναι μαζί της ακόμη. Το ένα την έχει μεγαλύτερη ανάγκη καθώς είναι ιδιαίτερο. Όλα όμως, είτε είναι κοντά είτε μακριά είναι συνέχεια στο μυαλό της. Ακόρεστη αγάπη κι ακόρεστη δύναμη να προσφέρει.

Τέσσερις ιδιαίτερες ιστορίες. Η κάθε ιστορία ήταν διαφορετική. Μα ποιο βιβλίο είναι ίδιο με κάποιο άλλο; Όλα κάτι άλλο σου αφήνουν. Μακάρι να μου τύχει να συναντηθώ ξανά με μια ζωντανή βιβλιοθήκη. Κι αν σας δοθεί η ευκαιρία μην τη χάσετε. Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε εδώ.

Μερικές εικόνες από εκείνη την βραδιά όπως τις αποτύπωσαν οι άνθρωποι που την οργάνωσαν:


Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Ώρα για εκδρομή

Τυχερός όποιος αγαπά να εξερευνά τα μέρη γύρω του και δεν ησυχάζει αν δεν πάει μια εκδρομή έστω κοντινή.  Τα χρήματα είναι ένας αρνητικός παράγοντας αλλά προσωπικά προτιμώ να στερηθώ πολλά για να κερδίσω μία εκδρομή, μια βόλτα σε νέα μέρη. Η Αθήνα συγκεντρώνει τα πάντα αλλά η επίσκεψη σε ένα νέο μέρος είναι κάτι το διαφορετικό. Κι υπάρχουν πολλά μέρη γύρω της που μπορεί να επισκεφθεί κάποιος ακόμη και αυθημερόν. Η Πελοπόννησος είναι ιδανικός προορισμός για τους κατοίκους της πρωτεύουσας, τόσο για το καλοκαίρι όσο για το χειμώνα. Καθώς τώρα το χειμώνα η θάλασσα δεν με πολύ συγκινεί, ένας ορεινός προορισμός είναι ότι πρέπει ειδικά κι αν έχει και λίγο χιόνι αλλά κι αν δεν έχει, το κρύο, το τζάκι, οι καμινάδες που αχνίζουν, τα έλατα, δημιουργούν ένα αγαπημένο χειμωνιάτικο σκηνικό. Στο κέντρο της Πελοποννήσου βρίσκεται ο νομός Αρκαδίας, ο οποίος συγκεντρώνει μερικά πανέμορφα χωριά στο ορεινά του, συγκεκριμένα στην επαρχία της Γορτυνίας. Ένα από αυτά, είναι η παραμυθένια Δημητσάνα που αν ακόμη δεν έχεις επισκεφθεί πρέπει να το κάνεις.


Παρένθεση για προσωπική ιστορία. Η Δημητσάνα είναι ένα μέρος που κάποτε είχα σκεφθεί ότι θα μπορούσα να μείνω μόνιμα εκεί. Το 2009 είχε ανακοινωθεί μια προκήρυξη που θα στελέχωνε ΓΑΚ και ιστορικές βιβλιοθήκες σε διάφορα μέρη της Ελλάδας με αρχειονόμους, προκήρυξη που τελικά ποτέ δεν εκδόθηκε γιατί τη σταμάτησε η κρίση. Εγώ όμως είχα την ευκαιρία (που δεν μου ξαναδόθηκε από τότε) έστω και για ένα μικρό διάστημα να σκεφτώ ότι θα μπορούσα να διαλέξω ένα μέρος για μόνιμη εργασία. Κι όσο κι αν ακούγεται παράξενο, αυτό το μέρος είχα σκεφτεί κι ας μην το είχα ποτέ μου επισκεφθεί. Μου αρκούσε η ιστορία του για να αποφασίσω ότι θα ήθελα να μείνω εκεί για πάντα.


Η Δημητσάνα απέχει από την Τρίπολη 48 χλμ. κι από την Αθήνα 200 χλμ., ενώ ο ταξιδιώτης που έρχεται από την Αθήνα θα έχει την ευκαιρία να περάσει και να δει μερικά ακόμη όμορφα χωριά όπως το Λεβίδη και τη Βυτίνα με το χιονοδρομικό κέντρο δίπλα της. Μα πιο αρχοντική από όλα είναι αναμφισβήτητα  η Δημητσάνα, πρωτεύουσα της επαρχίας άλλωστε, με 340 κάτοικους σύμφωνα με την απογραφή του 2011. Είναι χτισμένη σε υψόμετρο 1.000 μ. κι είναι απίστευτα γραφική, με τα πανέμορφα πετρόκτιστα αρχοντικά, ανακαινισμένα στο σύνολό τους, με τα λιθόστρωτα δρομάκια να περπατήσεις. Έχει κι ορισμένα σπουδαία αξιοθέατα, φυσικά πρώτο και καλύτερο η ιστορικότατη βιβλιοθήκη της, η οποία ιδρύθηκε το 1764 και συστεγάζεται μαζί με το δημοτικό σχολείο σε ένα ιστορικό κτίριο που στέγαζε τη Σχολή της Δημητσάνας μέρος της οποίας ήταν και η βιβλιοθήκη. Παρόλο που κατά τη διάρκεια της Επανάστασης οι σελίδες των βιβλίων της χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή φυσιγγίων, σήμερα αριθμεί περισσότερα από 35.000 τεκμήρια μεταξύ αυτών και σπάνιες εκδόσεις ενώ διαθέτει και τμήμα χειρογράφων με 200 κώδικες και λυτά έγγραφα. Είναι ανοιχτή Τρίτη με Σάββατο και δυστυχώς εγώ πήγα την Κυριακή που ήταν κλειστή. Έκατσα όμως στα παγκάκια απ' έξω να θαυμάσω το κτίριο, τη θέα και κλεφτά με φαντάστηκα να εργάζομαι εκεί, να ανεβαίνω αυτά τα σκαλιά για να... ξύπνησα με σκοπό να συνεχίσω τη βόλτα.


Ένα ακόμη αξιοθέατο είναι το αρχοντικό στο οποίο γεννήθηκε ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε', ενώ μετά τον οικισμό βρίσκεται το Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης, ένα από τα εννέα άκρως εντυπωσιακά θεματικά μουσεία της τράπεζας Πειραιώς. Εδώ έχουν αξιοποιηθεί κι έχουν αποκατασταθεί υδατοκίνητες εγκαταστάσεις και μηχανήματα που χρησιμοποιούσαν ανέκαθεν οι κάτοικοι της περιοχής εκμεταλλευόμενοι τα νερά του Λούσιου ποταμού. Ο επισκέπτης μπορεί να δει πως δούλευαν με τη δύναμη του νερού αλευρόμυλοι, ρακοκάζονα, βυρσοδεψεία αλλά και μπαρουτόμυλοι. Φυσικά υπάρχουν πολλές γουστόζικες καφετέριες ορισμένες με θέα στα βουνά και πολλές ταβέρνες που όπως σε όλα τα τουριστικά μέρη είναι πολύ ακριβές κάτι που δεν εξαργυρώνεται με την ποιότητα του φαγητού που προσφέρουν. 




Μετά από εννέα χιλιόμετρα βρίσκεται ένα ακόμη χωριό που είναι ακόμη πιο όμορφο και σε κάνει να απορείς πως μπορεί να βρίσκεται το ένα δίπλα στο άλλο. Η Στεμνίτσα είναι κι αυτή κτισμένη στο όρος Μαίναλο στα 1.080 μ. Καθώς μπαίνεις στην πόλη έχεις την ευκαιρία να τη θαυμάσεις πανοραμικά και να αγναντέψεις τις απότομες βουνοκορφές που την περιτριγυρίζουν. Στην πλατεία κάτω από  το περίτεχνο καμπαναριό μπορείς να πιείς έναν καφέ αν σ' αφήσουν οι μυρωδιές από το κρέας που ψήνεται στα κάρβουνα. Κι αν η Δημητσάνα έχει τη βιβλιοθήκη εδώ υπάρχει η δραστήρια Σχολή Αργυροχρυσοχοΐας που λειτουργεί από το 1976 ενώ σήμερα είναι ΙΕΚ που αποσπά βραβεία και φέρνει νέους ανθρώπους, πολλοί από τους οποίους έχουν ανοίξει τα μαγαζιά με τα κοσμήματα της Στεμνίτσας συνεχίζοντας μια παράδοση που κρατά από τους μεταβυζαντινούς χρόνους. Υπάρχει ακόμη το Λαογραφικό Μουσείο της που ξεκίνησε να λειτουργεί το 1985 που είναι ανοικτό όλα τα πρωινά εκτός της Τρίτης.


20 χλμ. μετά τη Στεμνίτσα βρίσκεται η λιγότερο τουριστική και πιο ήσυχη Καρύταινα που απέχει 70 χλμ. από την Καλαμάτα. Ο επισκέπτης που έρχεται από την Καλαμάτα έχει την ευκαιρία να δει τις εγκαταστάσεις του ΑΗΣ Μεγαλόπολης, να δει τα τεράστια φουγάρα που δημιουργούν ψεύτικα σύννεφα, τους ατέλειωτους λόφους από λιγνίτη που ετοιμάζεται να καεί για να προσφέρει ρεύμα. Μέσα από κακοσυντηρημένους δρόμους αλλά με όμορφη θέα βλέπεις μπροστά σου την Καρύταινα και το εντυπωσιακό, τουλάχιστον από μακριά, κάστρο της χτισμένο στην κορυφή του λόφου πάνω από τον οικισμό. Αυτή η πανοραμική θέα της που έχει ο επισκέπτης που φθάνει στην Καρύταινα βρίσκονταν αποτυπωμένη στο παλιό χαρτονόμισμα των 5.000 δρχ. Γεμάτη φρεσκοανακαινισμένα πέτρινα αρχοντικά που όμως στην πλειοψηφία τους μοιάζουν άδεια και ακατοίκητα περπατάς τα καλντερίμια της και νιώθεις ότι κάνεις ένα ακόμη ταξίδι στο χρόνο και στην ιστορία. Δίπλα της ο Αλφειός ποταμός που την κάνει ιδανικό προορισμό και για το καλοκαίρι για όσους αρέσκονται στο ράφτινγκ.


Τέτοια όμορφα μέρη έχει λοιπόν η ορεινή Αρκαδία και φυσικά δεν είναι μόνο τα χωριουδάκια αυτά που εγώ επισκέφθηκα για δεύτερη φορά ανήμερα των Χριστουγέννων, τα οποία βέβαια είναι και τα πιο διάσημα και συγκεντρώνουν τον περισσότερο κόσμο τις Κυριακές και τις αργίες. Ακόμη, αξίζουν και οι βόλτες στα βουνά με την ιδιαίτερη χλωρίδα με τα ελατοδάση και τα ποτάμια που τα διασχίζουν καθώς κι η επίσκεψη στις διάφορες ιστορικές μονές. Πάρτε τα βουνά λοιπόν γιατί αξίζει.

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Ποίηση για την ποίηση IV


Όπως τα βιβλία για βιβλία έτσι μου αρέσουν και τα ποιήματα για ποιήματα ή η ποίηση που να αναφέρεται στον μαγικό κόσμο του βιβλίου, από τη συγγραφή έως και την ανάγνωση.
Είμαστε μια χώρα με πολλούς ποιητές. Αν κοιτάξεις γύρω σου θα δεις πολλούς να μάχονται με τις εσωτερικές τους λέξεις κι εν τέλει αναγκαστικά να τις αφήνουν με μελάνι σε ένα κομμάτι χαρτί. Κι ας είναι να υπάρχει παντού γύρω μας ποίηση (ή να βλέπουμε μόνο αυτήν).  Όσο πιο όμορφη τόσο το καλύτερο, ομορφαίνουμε δίπλα της κι εμείς, και το έξω και το μέσα. Πώς μπορεί να μην είναι ωραίος άνθρωπος κάποιος που γράφει και διαβάζει ποίηση; 
Ευχαριστώ τον ποιητή Δημήτρη Παπακωνσταντίνου για την αποστολή αυτής της όμορφης εικόνας με τα αξιοζήλευτα ωραία γράμματα που εγώ που ποτέ δεν θα καταφέρω να κάνω, με τις απλές λέξεις που ήθελαν να πετάξουν αλλά το μόνο που κατάφερναν είναι να σκορπούν μελάνι, νομίζουν. Ο Δημήτρης εκτός από το να γράφει στίχους με όμορφα γράμματα και να βραβεύεται για τις ποιητικές συλλογές που εκδίδει, έχει δημιουργήσει και μια ομάδα στο facebook για συζητήσεις γύρω από την ποίηση με τον τίτλο Ποίηση, Πεζογραφία και αναγνώστες.

Και με τους στίχους αυτούς για παρέα θα ευχηθώ σε όλους που βολτάρουν μαζί μου σε τούτο το μπλογκ να περάσουν γαλήνια και γιορτινά τις ημέρες τις επόμενες. 

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Αγκάθα Κρίστι: η αρχή ενός έρωτα


Είχα την εντύπωση ότι ένα αστυνομικό βιβλίο δεν μπορεί να απογοητεύσει τον αναγνώστη του, καθώς πάντα θα υπάρχει η αγωνία που θα σε οδηγεί, μηχανικά έστω, στο τέλος της υπόθεσης. Από την εμπειρία που έχω με τα αστυνομικά μυθιστορήματα το συναίσθημα της αγωνίας ξεκινά στην πρώτη σελίδα και τελειώνει μόνο όταν φτάσω στην τελευταία. Σχεδόν πάντα ο φόνος παρουσιάζεται στην πρώτη σελίδα κι ο δολοφόνος στην τελευταία. Οι λέξεις σε υπνωτίζουν, σε κρατούν σφιχτά από το χέρι και βασανιστικά αργά σε οδηγούν στην εξιχνίαση του εγκλήματος. Υπάρχει και διαδραστικότητα, πάντα ο αναγνώστης προσπαθεί να μαντέψει ποιος είναι ο δολοφόνος και να κατανοήσει το κίνητρο της αποτρόπαιας πράξης. Μα τις περισσότερες φορές μαντεύεις λάθος κι υπόσχεσαι ότι την επόμενη φορά θα έχεις γίνει καλύτερος και θα το βρεις. Εξάλλου ο κάθε συγγραφέας έχει το δικό του προσωπικό στιλ, διαβάζοντας όλο και περισσότερα βιβλία του μαθαίνεις να αναγνωρίζεις το ύφος που θα σε βοηθήσει να καταλάβεις ποιον ήρωα θα κάνει δολοφόνο αυτή τη φορά, νομίζεις. 

Τα βιβλία με αυτές τις υποθέσεις κατηγορούνται όλο και περισσότερο ότι παίρνουν τη σκυτάλη από τη ροζ λογοτεχνία με σκοπό να γίνουν τα νέα best sellers που θα μαγέψουν και το γυναικείο κοινό παράλληλα με το αντρικό, στο οποίο ούτως ή άλλως είχαν πέραση. Κλείνω τα αφτιά μου σε αυτούς που μιλάνε για μη ποιοτικά βιβλία, χάσιμο χρόνου κ.λπ. Με αυτήν την κατηγορία ασχολήθηκαν μεγάλοι συγγραφείς κι έχουν γραφτεί πολλές σελίδες με οδηγίες για το πως θα γράψει κάποιος ένα πετυχημένο αστυνομικό μυθιστόρημα. Δηλώνω λάτρης του αστυνομικού, αλλά μόνο του καλού. 

Έφτασε τυχαία στα χέρια μου ένα αστυνομικό βιβλίο που ο βασικός ήρωας είναι το χάρτινο δημιούργημα της Αγκάθα Κρίστι, ο Ηρακλής Πουαρό. Δεν είχε τύχη να διαβάσω ποτέ μου κάποιο από τα βιβλία της Κρίστι (μάλλον αυτές οι εκδόσεις Λυχνάρι φταίνε) και θεώρησα καλή επιλογή να γνωριστώ μαζί της μέσα από ένα βιβλίο της Sophie Hannah που το όνομα Agatha Christie μοστράρει στο εξώφυλλο του βιβλίου και ξεγελά προς στιγμήν τον επίδοξο αναγνώστη σαν να πρόκειται για κάποιο βιβλίο της διάσημης συγγραφέως. Και με όλα αυτά στο μυαλό ξεκίνησα την ανάγνωση του βιβλίο Agatha Christie: έγκλημα με υπογραφή των εκδόσεων Διόπτρα. Σκέτη απογοήτευση. Από την αρχή κάτι δεν μου πήγε καλά. Ανούσιες περιγραφές, πλατειασμός σε σημεία άνευ σημασίας, καμία ροή, καμία αγωνία, όλα ένα τίποτα. Όταν έφτασα στη μέση του βιβλίο αποφάσισα ότι η ανάγνωσή του δεν έχει κανένα απολύτως νόημα. Ή μάλλον είχε ένα νόημα και μάλιστα μεγάλο. Με έκανε να επισπεύσω την ανάγνωση ενός βιβλίο της πραγματικής συγγραφέως.

Έτρεξα στη βιβλιοθήκη να πάρω το πιο διάσημο βιβλίο της. Αυτό που όταν δούλευα στα βιβλιοπωλεία έβλεπα να εξαφανίζεται με γρήγορους ρυθμούς. Οι δέκα μικροί νέγροι, από έκδοση εφημερίδας δυστυχώς κι όχι από τις κλασικές εκδόσεις, βρέθηκε στα χέρια μου και ξεκίνησα την ανάγνωση. Μαγεία! Όλο το σκηνικό μου θύμιζε θεατρικό έργο καθώς το μεγαλύτερο μέρος της υπόθεσης διαδραματίζεται σε ένα δωμάτιο. Δέκα άνθρωποι που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους συγκεντρώνονται σε ένα απομακρυσμένο νησί. Ο καθένας τους έχει λάβει μια πρόσκληση από κάποιον που φαίνεται να τον γνωρίζει καλά. Και οι δέκα έχουν ένα κοινό στοιχείο, όλοι έχουν διαπράξει στο παρελθόν κάποιον φόνο κι έχουν αθωωθεί. Στο νησί που φτάνουν δεν τους περίμενε κανείς οικοδεσπότης. Ένας ένας πεθαίνουν. Ο δολοφόνος είναι ανάμεσά τους αλλά κανείς από τους ήρωες ή από τους αναγνώστες δεν μπορεί να τον βρει. Μόνο όταν η ανάγνωση φτάσει στην τελευταία λέξη η υπόθεση θα ολοκληρωθεί. 

Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιος που να διαβάζει αστυνομικά βιβλία και να μην έχει διαβάσει αυτό το βιβλίο. Αν υπάρχει όμως κάνει ένα μεγάλο λάθος που πρέπει να το διορθώσει αμέσως.

Με χαρά έμαθα ότι οι δέκα μικροί νέγροι παίζονται και σε θεατρικό και μάλιστα για δεύτερη χρονιά. Αν κρίνω από το βιβλίο σίγουρα αξίζει. Πληροφορίες για την θεατρική παράσταση εδώ.

Το βιβλίο που ποτέ δεν ολοκλήρωσα αναζητά τον αναγνώστη που θα το εκτιμήσει περισσότερο.
Δες κι εδώ.

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Περί θνητότητας


Είναι δύσκολο να μιλά κανείς για τον θάνατο. Όλοι μας έχουμε βιώσει ή θα βιώσουμε κάποια στιγμή τον θάνατο κοντινών μας ανθρώπων. Η απώλεια. Ένα γεγονός που αποθηκεύεται στο νου και σε ακολουθεί για πάντα. Η θλίψη. Σου υπενθυμίζει την ύπαρξή της και στην πιο μεγάλη χαρά. Η αναγκαιότητα της απώλειας και της θλίψης που επιφέρει δεν σου επιτρέπει να κάνεις τίποτα άλλο παρά να συμβιβαστείς μαζί της. Αποδέχεσαι τη ζωή που αναπόφευκτα περιλαμβάνει και τον θάνατο. Ακόμη κι αν σταθούμε τόσο τυχεροί και δεν βιώσουμε τον θάνατο άλλων, σίγουρα κάποια στιγμή θα βιώσουμε τον δικό μας. 

Αλήθεια πώς θα θέλαμε να είναι εκείνες οι τελευταίες στιγμές πριν τον θάνατο είτε αυτός προέλθει από γεράματα είτε σε μικρότερη ηλικία από κάποια ανίατη ασθένεια; Θα ήμασταν σε θέση να υπομείνουμε τα πάντα με την ελπίδα ότι θα ζήσουμε μερικά χρόνια παραπάνω ή θα απολαμβάναμε το διάστημα που μας απομένει με την προϋπόθεση να καταπίνουμε μερικές χούφτες χάπια για να γίνεται ο πόνος πιο ανεκτός;

Αυτό ακριβώς το ερώτημα μελετά αυτό το ιδιαίτερο βιβλίο. Αν και γραμμένο από χειρούργο ιατρό, είναι γραμμένο με τρόπο κατανοητό αλλά και επιστημονικό συνάμα, η εκλαϊκευμένη επιστήμη σε όλο της το μεγαλείο με την εγγύηση της ποιοτικής έκδοσης από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Ο Atul Gawande ζει και εργάζεται στην Αμερική και ως εκ τούτου περιγράφει μια κατάσταση πολύ πιο εξελιγμένη από τη δική μας αναφορικά με την γηριατρική, τα νοσοκομεία, τις υπηρεσίες που προσφέρονται στους ασθενείς και στους ηλικιωμένους. Αξιοζήλευτες παροχές που όλοι θα θέλαμε να είχαμε. Παρ' όλα αυτά, το ερώτημα παραμένει ίδιο ανεξαρτήτως παροχών που μπορούν να σου προσφερθούν. Πότε είναι έτοιμος κάποιος να αποδεχτεί το γεγονός ότι πεθαίνει; Μπορεί κάποιος να αποδεχτεί ότι θα είναι ανήμπορος να αυτοεξυπηρετηθεί; Όταν ο θάνατος πλησιάζει το πως το βιώνει ο καθένας είναι κάτι εντελώς υποκειμενικό κι η ιατρική οφείλει να μεσολαβήσει.

Ο Ατούλ Γκαουαντέ στο βιβλίο "Εμείς οι θνητοί" παραθέτει παραδείγματα από την εμπειρία του ως γιατρός με ηλικιωμένους και ασθενείς σε τελικό στάδιο. Δεν διστάζει να αναφερθεί και στο θάνατο του πατέρα του, απομονώνοντας εν μέρει τη συναισθηματική φόρτιση που αυτό προκαλεί. Παρουσιάζει τον άνθρωπο στο χειρότερο στάδιο της ανθρώπινης φύσης του. Στο στάδιο αυτό ως γιατρός προσπαθεί να σωπάσει και να ακούσει το ίδιο τον άνθρωπο, να κατανοήσει τις επιθυμίες του και τις ανάγκες του για να μπορέσει να τις υπηρετήσει. Εξάλλου, οι πιο σπουδαίες επιθυμίες είναι αυτές που έρχονται όταν η φθορά σε κυριεύει.   

Είναι δύσκολο να μιλά κανείς για τον θάνατο ακόμη κι όταν αυτός είναι γιατρός. Κι αν είναι δύσκολο να μιλάς και να γράφεις το ίδιο δύσκολο είναι και να διαβάζεις. Λέξεις θλιμμένες που σε ταράζουν μόνο στο άκουσμά τους. Όμως σίγουρα αξίζει να διαβαστεί αυτό το βιβλίο και χαίρομαι που είχα την ευκαιρία να το γνωρίσω μέσα από την εκπομπή Διαβάζοντας της Κατερίνας Μαλακατέ. Τυχαίνει πάντοτε τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία να μην είναι λογοτεχνικά. 

Υ.Γ. Το βιβλίο συνοδεύεται άνετα με διακοπή τσιγάρου (έστω ολιγοήμερη), την κατανάλωση άφθονων φυσικών χυμών, φρούτων καθώς και λαχανικών εποχής, την έναρξη κάποιας αθλητικής δραστηριότητας και λοιπές ενέργειες που δίνουν την ελπίδα για μακροζωία...

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Τα μουσεία χθες και σήμερα


Δύο βιβλία που εκδόθηκαν πολύ κοντά χρονικά το ένα στο άλλο αλλά σηματοδοτούν δύο διαφορετικές εποχές στον κόσμο των ελληνικών μουσείων. Το βιβλίο της Ματούλας Σκαλτσά Για τη μουσειολογία και τον πολιτισμό εκδόθηκε το 1999, ενώ το βιβλίο της Μαρίας Οικονόμου Μουσείο: αποθήκη ή ζωντανός οργανισμός εκδόθηκε το 2003. Και τα δύο πραγματεύονται το ίδιο αντικείμενο αλλά με τελείως διαφορετικό τρόπο. 

Το πρώτο πρόκειται για συγκέντρωση διάφορων άρθρων της συγγραφέως που γράφτηκαν μεταξύ των ετών 1990-1998 στις εφημερίδες Τα Νέα και Το Βήμα. Εκείνα τα χρόνια τα μουσεία φαίνεται ότι διέφεραν αισθητά από τα μουσεία που έχουμε τη χαρά να επισκεπτόμαστε σήμερα, ενώ με τον όρο μουσεία ο νους πήγαινε περισσότερο στα αρχαιολογικά μουσεία της Ελλάδας καθώς αυτά υπερίσχυαν αριθμητικά. Η Σκαλτσά, ιστορικός τέχνης και μουσειολόγος, μιλούσε για πολιτιστική και μουσειακή πολιτική, μιλούσε για την απραξία του Υπουργείου Πολιτισμού, μιλούσε για την κατάσταση των ελληνικών μουσείων συγκρίνοντάς την με τα μουσεία άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Επίσης, μιλούσε για μουσειολογία σε μια εποχή που οι σπουδές στον αντίστοιχο τομέα δεν είχαν την σημερινή πέραση αλλά και ούτε τον σημερινό αριθμό των ακαδημαϊκών τμημάτων που παρέχουν προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές στη μουσειολογία, στη συντήρηση και στη διαχείριση πολιτιστικής κληρονομιάς, από το ένα άκρο περάσαμε στο άλλο. Ακόμη, αναφερόταν σε προσωπικές της εμπειρίες από επισκέψεις μουσείων και αρχαιολογικών χώρων της Ελλάδας. Μέχρι και για κλοπές εκθεμάτων έκανε λόγο. Τα περιεχόμενα του βιβλίου να δει κανείς θα διασκεδάσει απλά και μόνο με τους τραγελαφικούς τίτλους που έδινε στα άρθρα της που αποτύπωναν την κατάσταση με μερικές λέξεις. Τολμώ να πω ότι διαβάζοντας τα άρθρα διακρίνω διαφορά από το σήμερα. Σίγουρα κάτι έχει αλλάξει, αυτά που περιγράφονται δεν μου θυμίζουν τις δικές μου επισκέψεις στα μουσεία.

Η μεγάλη αλλαγή έγινε την πρώτη δεκαετία του αιώνα που διανύουμε. Τότε ήταν που τα μουσεία υπεδιπλαδιάστηκαν ενώ τα παλαιότερα ανακαινίστηκαν, εκσυγχρονίστηκαν. Τα κτίρια ομόρφυναν, οι συλλογές επανατοπεθετήθηκαν με καλύτερο φωτισμό και πιο κατανοητές σημάνσεις. Απέκτησαν πωλητήρια, καφέ και άνοιξαν τις πόρτες τους στο ευρύ κοινό με πλήθος εκπαιδευτικών προγραμμάτων και εκδηλώσεων.

Στις πρακτικές αυτές αναφέρεται το δεύτερο βιβλίο. Ξεκινώντας από μια ιστορική αναδρομή των μουσείων καταλήγει στο σήμερα και στην ανάγκη της επικοινωνίας των συλλογών με τον επισκέπτη. Η Οικονόμου αναφέρεται σε ένα μουσείο που παύει να είναι μια αποθήκη εκθεμάτων με μόνο σκοπό τη διατήρησή τους και την επιστημονική μελέτη τους. Αναφέρεται σε ένα μουσείο που κύριο ρόλο διαδραματίζει ο άνθρωπος, η ικανοποίηση του επισκέπτη που έρχεται για εκπαιδευτικούς, ψυχαγωγικούς ή άλλους λόγους. Σκοπός του μουσείου είναι η προσέλκυση με κάθε τρόπο περισσότερου κόσμου ανεξαρτήτως εισοδήματος ή επιπέδου μόρφωσης. "Είναι ενδεικτικό αυτών των αλλαγών ότι το λεξιλόγιο που χρησιμοποιείται σχετικά με τα μουσεία έχει αρχίσει να αλλάζει. Εκεί που παραδοσιακά οι λέξεις που τα χαρακτήριζαν ήταν "ταξινόμηση", "διανόηση", "διδασκαλία", "θαυμασμός", τώρα χρησιμοποιούνται πιο συχνά λέξεις όπως "αισθήματα", "εμπειρίες", "συμμετοχή", "πρόσβαση", "κοινωνική εκδήλωση", αναφέρει χαρακτηριστικά.

Είναι φανερό ότι η αλλαγή στον κόσμο των μουσείων πραγματοποιήθηκε τις καλές εποχές της χώρας που λεφτά υπήρχαν. Πολύ εύκολα όλη αυτή η πρόοδος μπορεί να χαθεί. Σίγουρα τα νέα μουσεία δεν θα κλείσουν ίσως όμως να χάσουν κάτι από τη λάμψη τους αν σταματήσει η πολιτεία να ενδιαφέρεται γι' αυτά. Πολύ εύκολα φεύγει κανείς από την αισιοδοξία της Οικονόμου και ξαναγυρνά στη μίζερη εποχή που περιγράφει μέσα από τα άρθρα της η Σκαλτσά. Κι εξάλλου αυξάνουν οι δημοσιεύσεις που αναφέρονται σε κλειστούς αρχαιολογικούς χώρους ελλείψει προσωπικού.

Και διαβάζοντας όλα αυτά ο νους μου πάει στις βιβλιοθήκες, τι ήταν αυτό που τόσο βίαια τις οδήγησε πάλι πίσω στον περασμένο αιώνα;  Οι κινητές βιβλιοθήκες σκούριασαν, τα έργα ψηφιοποίησης σταμάτησαν, οι εκπαιδευτικές δράσεις γίνονται από εθελοντές δίχως πρόγραμμα και σχέδιο. Εχάθει ο εκσυγχρονισμός εν μία νυκτί ή ποτέ δεν υπήρξε ουσιαστικός εκσυγχρονισμός; 

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Οι αυλοί του βασιλιά που χάλασαν στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών


Ας μιλήσουμε λίγο για μουσική. Πραγματική μουσική. Όμορφα όργανα, ξύλινα, μεταλλικά, μεγάλα, μικρά, όργανα ορχήστρας. Εγώ από μουσική δεν ξέρω πολλά, κατάγομαι από οικογένεια που δεν ήταν φιλόμουση, αλλά επέλεξα να σπουδάσω στην Κέρκυρα, στο νησί που αγαπά τη μουσική, και να μπλέξω με τους μουσικούς φοιτητές του. Έμπλεξα πολύ. Σιγά σιγά, ακούγοντας ακούγοντας, κάτι μαθαίνεις. Εξάλλου ανέκαθεν εκτιμούσα ιδιαίτερα και τις εννέα μούσες. Στην Κέρκυρα έμαθα να ακούω συναυλίες, καθώς όλοι οι φοιτητές του μουσικού τμήματος υποχρεωτικά θα κάνουν κάποια στιγμή μία συναυλία. Καμία μουσική δεν συγκρίνεται με αυτή τη μουσική που ακούς με όλες τις αισθήσεις σε μια ζωντανή συναυλία. Το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή.  Κι από τότε δεν σταμάτησα ποτέ να επιδιώκω να ακούω αληθινή μουσική. Ειδικά όταν βρίσκομαι στην μεγάλη πόλη μου, στην Αθήνα που συγκεντρώνει όλα τα καλά (κι όλα τα κακά βέβαια). Αφού ζούμε στην Ελλάδα, μιλώντας για μουσική (ή για ό,τι άλλο), αναπόφευκτα μιλάς και για την ελληνική πραγματικότητα που δεν ξεχνά να σε ντροπιάζει, δυστυχώς.

Απόγευμα Παρασκευής, φτάνω στην πρωτεύουσα και κατευθύνομαι με το μετρό στο Μέγαρο Μουσικής που βρίσκεται στον πιο ευρωπαϊκό δρόμο των Αθηνών, στη Βασιλίσσης Σοφίας. Ένα αρκετά εντυπωσιακό κτίριο που δημιουργήθηκε στις αρχές τις τελευταίας δεκαετίας του 20ού αιώνα για να στεγάζει τους ήχους όλου του κόσμου. Τη μέρα εκείνη στη μεγάλη αίθουσα, χωρητικότητας 1.900 και πλέον ατόμων, μπορούσες να ακούσεις τους αυλούς του βασιλιά κι όταν μιλάμε για τους αυλούς του βασιλιά μιλάμε για το εντυπωσιακό εκκλησιαστικό όργανο, μαζί με την Κρατική Ορχήστρα των Αθηνών που πραγματοποιούταν σε συνεργασία με τη Γαλλική Πρεσβεία της Αθήνας και το Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος. Διηύθυνε ο μαέστρος Μιχάλης Οικονόμου, ενώ στο όργανο ήταν ο Γάλλος προσκεκλημένος Thierry Escaich. Η αίθουσα γέμισε (κυριολεκτικά) και η συναυλία ξεκίνησε.

Το πρώτο μέρος περιλάμβανε τη Φαντασία και φούγκα σε σι ελάσσονα, BWV 544 (μεταγραφή για ορχήστρα: Δημήτρης Μητρόπουλος) του Johann Sebastian Bach, το Κοντσέρτο για εκκλησιαστικό όργανο, τύμπανο και έχγορδα, σε σολ ελάσσονα του Francis Poulenc και στο δεύτερο μέρος θα ακούγαμε τη Συμφωνία αρ.3 σε ντο ελάσσονα, έργο 78, του «εκκλησιαστικού οργάνου» του  Camille Saint-Saëns. Το πρώτο μέρος κίνησε καλά με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών να μας δείχνει τις αδυναμίες της, την καλοσχεδιασμένη αίθουσα του Μεγάρου την καλή ακουστική της και το εκκλησιαστικό όργανο τους ιδιαίτερους ήχους του.

Μετά το διάλειμμα κι ενώ όλοι είχαμε επιστρέψει στις θέσεις μας, το εντυπωσιακό εκκλησιαστικό όργανο του μεγάρου με τους 6.080 αυλούς του αποφάσισε να χαλάσει αφήνοντας τον Γάλλο προσκεκλημένο χωρίς όργανο.  Μας ζητήσαν συγγνώμη για την καθυστέρηση και μας ενημέρωσαν ότι προσπαθούν να το διορθώσουν. Όμως, αμέσως μπήκε ο μαέστρος Οικονόμου που ξεκίνησε να διευθύνει ανενόχλητος την ορχήστρα ενώ από πίσω ο Τ. Escaich πάσχιζε να φτιάξει το εντυπωσιακό αλλά χαλασμένο όργανο. Άκαρπες οι προσπάθειες του που μύριζαν αγωνία την ώρα που η ορχήστρα συνέχιζε αυτό που είχε μελετήσει και προβάρει. Ντροπιασμένος και με μεγάλη αμηχανία, κατέβηκε από το θρόνο του, γιατί αυτός ήταν ο βασιλιάς των αυλών, αποφασισμένος όχι να φύγει (όπως θα έπρεπε να κάνει εδώ που τα λέμε) αλλά να κατευθυνθεί προς στο πιάνο να ακουστεί ένα κάτι εκεί που θα έπρεπε οι ήχοι του εκκλησιαστικού οργάνου να ηχήσουν σε όλη την αίθουσα. Βέβαια, το πιάνο ήταν κατειλημμένο από δύο πιανίστες καθώς ήταν κι αυτό μέρος της ορχήστρας. Όμως σηκώθηκαν, άνοιξαν την ουρά, για να παίξει ο οργανίστας, να υπάρξει στο κενό της ορχήστρας ένας ήχος, μια απάντηση. Όσο έπαιζε, αυτοί περίμεναν παράμερα κι όταν τελείωσε ξανακάθισαν κι αυτό συνεχίστηκε μέχρι το "εντυπωσιακό" φινάλε που ο οργανίστας προσπαθούσε να κάνει το πιάνο να ακουστεί δίπλα σε μια ορχήστρα που την διηύθυναν σαν να μην έχει γίνει τίποτα. Ντροπιασμένος ο Γάλλος σπουδαίος μουσικός δεν υποκλίθηκε ποτέ λες κι ήταν δική του ευθύνη που ήρθε να δώσει μουσική σε μια ασυντήρητη, εγκαταλελειμμένη χώρα της βιτρίνας.
 
Η συμφωνία που όλοι εμείς δεν ακούσαμε, αλλά δεν έγινε και τίποτα, δεν πέθανε και κανείς, το όργανο του Μεγάρου χάλασε, όπως αφοπλιστικά μας είπε ο μαέστρος με το πέρας της συναυλίας:

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Για την Γεωργία Σάνδη


Γεωργία Σάνδη (1804-1876), ένας ιδιαίτερος, μορφωμένος, ανοιχτόμυαλος, φιλελεύθερος άνθρωπος που έζησε σε μια εποχή που δεν ήταν κατάλληλη για εκείνη. Όμως δεν ανέχθηκε την οπισθοδρομική κοινωνία στην οποία ζούσε, αντέδρασε, προσπάθησε να την αλλάξει. Το μεγαλύτερο λάθος της: ήταν γυναίκα μορφωμένη, γυναίκα σκεπτόμενη. Καμιά φορά τυχαίνει να ξέρουμε τόσα πολλά για τη ζωή ενός συγγραφέα κι όμως να μην έχουμε διαβάσει τίποτα δικό του. Αυτό να σημαίνει άραγε ότι η προσωπικότητα ενός λογοτέχνη υπερίσχυσε του έργου του; Το μόνο σίγουρο είναι ότι η προσωπικότητά της και η ιδιοσυγκρασία της είναι αυτά που έμειναν στην ιστορία, ο τρόπος που ντυνόταν, που φερόταν, ο χωρισμός από τον πρώτο άντρα της και οι μετέπειτα συχνές εναλλαγές ερωτικών συντρόφων. Η ιδιαίτερη σχέση της με τον Σοπέν που έχει αναφερθεί σε προηγούμενη ανάρτηση, έχει απασχολήσει και τον κινηματογράφο μέσω της ταινίας Impromptu. Έζησε ως καλλιτέχνης και συναναστράφηκε με τους πιο γνωστούς καλλιτέχνες της εποχής της, οι οποία την σέβονταν και αναγνώριζαν την αξίας της.

Επιτέλους έφτασε η στιγμή να διαβάσω μερικές λέξεις της.
Τυχαία συναντήθηκα με μία προσφορά του τίτλου "Ημερολόγιο της καρδιάς", από την οποία δεν μπορούσα να μην επωφεληθώ. Όπως φανερώνει και ο τίτλος του βιβλίου, περιέχει αποσπάσματα από τα ημερολόγια της, καθώς και επιστολές που αντάλλασσε με τον Γκυστάβ Φλωμπέρ αποδεικνύοντας την φιλία και τον αλληλοσεβασμό που έτρεφαν. Την έκδοση του ημερολογίου προλογίζει η εγγονή της Ορόρ Σάνδη που προφανώς είχε και την ευθύνη της έκδοσης των προσωπικών σκέψεων της γιαγιάς της. Πρόκειται για διάσπαρτες σημειώσεις που κρατούσε η Σάνδη, οι οποίες εκτείνονται μεταξύ των ετών 1833-1840 αλλά και τα έτη 1852 και 1868. Είναι η εποχή που είναι 30 ετών, έχει αποκτήσει φήμη, έχει φέρει στον κόσμο δύο παιδιά και ο αποτυχημένος γάμος της λήγει οριστικά μέσω διαζυγίου. Είναι πια ελεύθερη να ζήσει και να ερωτεύεται. Για έρωτα και αγάπη μιλούν οι περισσότερες προσωπικές της σημειώσεις. Αρχικώς, ερωτεύεται τον 24χρονο Μισέ και φεύγουν για τη Βενετία, εκεί αρρωσταίνει και ερωτεύεται τον γιατρό της, αλλά μετά επανασυνδέεται με τον πρώην της, ο οποίος όμως είναι ψυχρός απέναντί της κι εκείνη μετανιώνει και το μόνο που την κρατά για να μην αυτοκτονήσει είναι τα παιδιά της... Οι τόσες εναλλαγές ερωτικών συντρόφων και ο τόσος έρωτας με κάνουν να πλήττω αφόρητα αλλά δεν μπορώ παρά να παραδεχτώ τη συγγραφική της δεξιοτεχνία, τον λυρισμό και την απαράμιλλη χάρη. Εξάλλου πρόκειται για προσωπικές σκέψεις που ενδεχομένως να μην ήθελε να εκδοθούν.

Αν δεν δώσουμε σημασία στους έρωτές της (εξάλλου και το ότι είναι ελεύθερη να ερωτεύεται ήταν, για την εποχή εκείνη, ένας τρόπος ανεξαρτησίας και αντίδρασης σε μια καταπιεστική κοινωνία που η γυναίκα προορίζεται να είναι η μητέρα των παιδιών της και η σύζυγος του πατέρα των παιδιών της) παρακολουθούμε μέσω των σκέψεων της ένα κομμάτι της καθημερινότητάς της και του ιδιαίτερου κύκλου της. Αγαπά τη μουσική και μιλά συχνά για αυτήν, εξάλλου συνδέεται με στενή φιλία (και όχι μόνο) με τον Λιστ που αργότερα της γνωρίζει τον Σοπέν. Ακούει τον καλό της φίλο να παίζει πιάνο και μέσω των σκέψεων της φανταζόμαστε ότι στο δίπλα δωμάτιο βρίσκεται ο Λιστ και δημιουργεί μουσική.
Και φυσικά βρίσκονται αναφορές για τη θέση της γυναίκας:

"Είναι κάτι καθαγιασμένο, ένας νόμος της φύσης, όχι η αγάπη της αδυναμίας για τη δύναμη αλλά η αγάπη της δύναμης για την αδυναμία. Γι' αυτό, το ανθρώπινο θηλυκό αγαπάει τα μικρά του, γι' αυτό θα έπρεπε κι ο άντρας να αγαπάει τη γυναίκα. Σκέφτηκε όμως να καθαγιάσει με νόμους δουλείας την αναπόφευκτη εξάρτησή της κι έτσι, αντίο γλυκύτητα κι ελευθερία του έρωτα. Ποια γυναίκα θα αποζητούσε την πνευματική ζωή, αν της πρόσφεραν τη ζωή της καρδιάς; Είναι τόσο γλυκό να σ' αγαπούν! Ωστόσο, τις κακομεταχειρίζονται, τις χαρακτηρίζουν ηλίθιες ή τις εγκαταλείπουν, περιφρονούν την αμάθειά τους, ειρωνεύονται τη γνώση τους. Στον έρωτα τους συμπεριφέρονται όπως σε πόρνες, στη συζυγική φιλία όπως σε υπηρέτριες. Δεν τις αγαπούν, τις χρησιμοποιούν, και τις εκμεταλλεύονται κι ελπίζουν να τις υποτάξουν με το νόμο της αφοσίωσης".  

Αυτή ήταν η Γεωργία Σάνδη, μια γυναίκα που μιλούσε για την αγάπη και τον ερώτα, ενώ φορούσε παντελόνια και εισέβαλε σε χώρους που ανήκαν κατηγορηματικά σε άντρες, ενώ παράλληλα πρόδιδε τον έρωτα πριν προλάβει να την προδώσει εκείνος πρώτος.

Όμορφη συνάντηση ελπίζω να ξανασυμβεί στο μέλλον. Πάντα με μαγεύουν οι συγγραφείς του 19ου αιώνα, ίσως γιατί αυτή η εποχή είναι μακριά αλλά παράλληλα πολύ κοντά μας.

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

Η βιβλιοθήκη ενός βιβλιοκριτικού



Οι εκδόσεις Πατάκη είχαν αναφέρει σε παλαιότερη δημοσίευσή τους ότι μετά την μεγάλη επιτυχία των βιβλίων της E. L. James είχαν την οικονομική δυνατότητα να εκδώσουν βιβλία λιγότερο εμπορικά περισσότερο ποιοτικά. Συγκεκριμένα είχαν αναφερθεί στην έκδοση των απάντων του πολύ αγαπημένου λογοτέχνη Χ. Λ. Μπόρχες που είχαν μείνει δίχως εκδότη μετά το κλείσιμο των Ελληνικών Γραμμάτων. Πράγμα που έπραξαν και τα άπαντά του τα τελευταία χρόνια ξανακυκλοφορούν στην ελληνική αγορά εμπλουτίζοντας τη βιβλιοπαραγωγή με τις σκέψεις και τις λέξεις του μεγάλου συγγραφέα. Οι εκδόσεις Πατάκη όμως εξακολουθούν να μας εκπλήσσουν ευχάριστα με τις ποιοτικές εκδοτικές επιλογές τους αλλά και την τυπογραφική αισθητική τους.

Λόγος για το νεοεκδοθέν βιβλίο με αρθρογραφία του George Steiner με τίτλο "Περί λόγου, τέχνης και ζωής". Ο αυστριακής καταγωγής Στάινερ γεννημένος το μακρινό 1929 δίδαξε συγκριτική λογοτεχνία σε μεγάλα πανεπιστήμια ενώ συνεργάστηκε με τα καλύτερα λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες συντάσσοντας λογοτεχνικές κριτικές και όχι μόνο. Έχει εκδώσει πολλούς τίτλους δοκιμίων λογοτεχνικού ενδιαφέροντος πολλοί από τους οποίους έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά, να ξαναθυμηθούμε το ολιγοσέλιδο μεγάλο βιβλιοβιβλίο με τίτλο "Η σιωπή των βιβλίων".

Στο νεοεκδοθέν βιβλίο συγκεντρώνονται 28 άρθρα από τα 130 που είχαν δημοσιευθεί μεταξύ των ετών 1967-1997 στο περιοδικό New Yorker. Τα περισσότερα αναφέρονται σε λογοτεχνικά έργα και συγγραφείς αλλά και σε ιστορικά γεγονότα, σε πολιτική, φιλοσοφία και τέχνη φανερώνοντας, αναπτύσσοντας και αναλύοντας το ευρύ γνωστικό πεδίο του Στάινερ. Θα σταθώ κυρίως στις κριτικές λογοτεχνίας καθώς ίσως να είναι η πρώτη φορά που διαβάζω τόσο εμπνευσμένες βιβλιοκριτικές που καταφέρνουν να σταθούν από μόνες τους σαν μικρές μελέτες, μικρά δοκίμια περί λόγου και τέχνης, μικρά διαμαντάκια ενός μεγάλου πνεύματος. Με αφορμή κάποιο βιβλίο ή όλο το συγγραφικό έργο ενός συγγραφέα ο Στάινερ ξαναθυμάται μεγάλα ονόματα συγγραφέων, φιλοσόφων, πολιτικών, παραθέτει, συγκρίνει, αναλύει από τη σκοπιά ενός μελετητή ή γιατί όχι κι ενός λογοτέχνη. Εκατοντάδες τίτλοι βιβλίων περνάν από τα μάτια του αναγνώστη, χιλιάδες σελίδες πνευματικού έργου συνοψίζονται σε λίγες γραμμές υπενθυμίζοντάς σου πόσα βιβλία που οφείλεις να έχεις διαβάσει δεν έχεις διαβάσει ακόμα. Ονόματα όπως Γετρούδη Στάιν, Τζορτζ Όργουελ, Τόμας Μπέρνχαρντ, Μπέρτολτ Μπρεχτ, Σάμιουελ Μπέκετ, Σίγκμουντ Φρόιντ, Νόαμ Τσόμσκι και τόσα άλλα περνούν και ξαναπερνούν από μπροστά σου, όχι μόνο τα ονόματα αλλά στιγμές από τη ζωή τους, τα έργα τους, τις θεωρίες και τις απόψεις τους φανερώνοντας έναν ακούραστο μελετητή,  έναν επιστήμονα της τέχνης, έναν προσεκτικό αναγνώστη, ένα λάτρη της καλής λογοτεχνίας, θυμίζοντάς σου ξανά και ξανά πόσο φτωχή είναι η βιβλιοθήκη του πνεύματος σου.

Αξίζει να ειπωθούν δύο λόγια για την ούτως ή άλλως δύσκολη δουλειά του μεταφραστή όταν αυτή είναι επιτυχημένη. Η αναζήτηση δεκάδων βιβλίων ούτως ώστε η μετάφραση των παραθέσεων να ανταποκρίνεται στις ελληνικές εκδόσεις (πολλές εξαντλημένες) είναι μια επιπλέον δυσκολία που προσφέρει σε εμάς τους αναγνώστες ακόμη περισσότερους τίτλους σημαντικών βιβλίων. Κι αν κάποιος κάποτε με ξαναρωτήσει τι βιβλία πρέπει να διαβάσω θα τον συμβουλεύσω να ανατρέξει στα άρθρα του Στάινερ που κρύβουν αυτόν το γνωσιακό πλούτο.

Αυτά είναι μόνο κάποια από τα βιβλία που αναφέρονται στα άρθρα του, όλα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας που πρέπει να έχεις διαβάσει:

Librarian's Slidely by Slidely Slideshow

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Λογοτεχνία του φανταστικού


Προσπαθώ να θυμηθώ ποιο ήταν το έτος που τα βιβλία που ανήκουν στην κατηγορία "λογοτεχνία του φανταστικού" παρεισφρήσαν στα βιβλιοπωλεία και απέκτησαν δική τους ξεχωριστή βιβλιοθήκη και τη δική τους θέση στα σπίτια και στις καρδιές των αναγνωστών. Αναρωτιέμαι αν ένα βιβλίο έκανε την αρχή ή πολλά γεγονότα συντέλεσαν ώστε αυτό το είδος να καθιερωθεί. Σίγουρα ο Τόλκιν συντέλεσε καθοριστικά ώστε να γεννηθεί αυτό το είδος της λογοτεχνικής γραφής, αλλά μαζικά αυτό συνέβη κυρίως όταν τα έργα του έγιναν δημοφιλή και πολυδιαβασμένα, όταν δηλαδή μεταφέρθηκαν στην μεγάλη οθόνη. Μετά βοήθησαν ο Χάρι Πότερ και όλες οι βαμπίροϊστορίες, ταινίες και βιβλία κι ενδεχομένως το τελικό χτύπημα να ήρθε από τον Αμερικανό George Raymond Richard Martin με τα πετυχημένα βιβλία της σειράς Game of Thrones. Στο ενδιάμεσο ακολούθησαν πολλοί στο δρόμο της σίγουρης επιτυχίας. Στην Ελλάδα υπάρχουν δύο τρεις εκδοτικοί οίκοι που ειδικεύονται στην έκδοση μόνο αυτής της κατηγορίας λογοτεχνικών βιβλίων. Νομίζω ότι μπορώ να τους ξεχωρίσω από μακριά, βλέποντας απλά και μόνο τις σκουρόχρωμες ράχες των εκδόσεών τους με τα ιδιαίτερα σχεδόν γοτθικά τυπογραφικά στοιχεία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι λάτρεις αυτών των βιβλίων συνεχώς αυξάνονται, με έμφαση στους νέους αναγνώστες. Τώρα όλο και συχνότερα βλέπω εφηβάκια να διαβάζουν, να φωτογραφίζουν, να ξεφυλλίζουν και να στέκονται με τις ώρες στις βιβλιοθήκες αυτής της κατηγορίας. Μια μόδα που φαίνεται πως ήρθε για να μείνει. Είναι πράγματι όμως νέα μόδα;

Λογοτεχνία του φανταστικού, λοιπόν, έτσι θέλησαν να ονομάσουν εκείνες τις μυθ-ιστορίες που αναφέρονται σε αλλόκοτα πλάσματα που στην πραγματικότητα δεν υπήρξαν ποτέ, αφύσικες ή υπερφυσικές ή παραφυσικές καταστάσεις που η λογική απαρνιέται. Μάγισσες, ξόρκια, δράκοι, ξωτικά, νεκροί που περιφέρονται στον κόσμο των ζωντανών κι ένα σωρό άλλα αποκυήματα της ανθρώπινης φαντασίας. Μα είναι όλα αυτά καινούρια; Αυτά όλα δεν υπήρχαν από τότε που ο άνθρωπος ξεκίνησε να γράφει. Ποια λαϊκή παράδοση, ποιο λαϊκό παραμύθι, ποιας χώρας δεν συμπεριλαμβάνει μέσα πνεύματα νεκρών που επιστρέφουν από τον κάτω κόσμο για να πάρουν εκδίκηση; Μου έρχονται στο νου τα παραμύθια διάφορων χωρών των λίγο διαφημισμένων στα κοινωνικά δίκτυα εκδόσεων Απόπειρα αλλά και τα δικά μας λαϊκά παραμύθια που κατά καιρούς απολαμβάνω να διαβάζω. Κι ο νους μου μπορεί να τρέξει σε μυριάδες βιβλία που μες στην ιστορία τους περιλαμβάνουν αφύσικα γεγονότα από τον Όμηρο μέχρι τον Πόε, κι όλα αυτά εντάσσονται σε αυτήν την κατηγορία; Μη μιλήσω για την επιστημονική φαντασία γιατί θα γίνει ακόμα πιο περίπλοκο.

Κι όλες αυτές οι σκέψεις για το νεοεκδοθέν βιβλίο που είναι εν μέρη βιβλίο για βιβλία (που ως φανατική συλλέκτρια αυτού του είδους δεν θα μπορούσα να μην αποκτήσω) του Νίκου Φαρούπου «Ο αρχιβιβλιοθηκάριος κι άλλες ιστορίες». Με αυτόν τον τίτλο και με αυτό το εξώφυλλο (το βιβλίο είναι το μόνο αντικείμενο που μπορώ να σκεφτώ που έχει τη δυνατότητα να αυτοδιαφημίζεται μέσω του εξωφύλλου του) δεν θα μπορούσα να μην το ερωτευτώ με την πρώτη ματιά. Εν μέρη βιβλίο για βιβλίο καθώς μόνο η μία από τις τέσσερις ιστορίες έχει βιβλιοφιλικό περιεχόμενο. Τέσσερις ιστορίες με κοινό παρονομαστή το αφύσικο που του επιτρέπει να κατηγοριοποιηθεί στη λογοτεχνία του φανταστικού (αν και κάτι μου λέει ότι κανένα βιβλιοπωλείο δεν θα το εντάξει στα αντίστοιχα ράφια). Τέσσερις ευκολοδιάβαστες κι ανάλαφρες ιστορίες της μιας ημέρας που μπορούν να διαβαστούν κι από ένα παιδί γυμνασίου.

Η ιστορία του αρχιβιβλιοθηκάριου, που κατά τη γνώμη δεν είναι και η πιο δυνατή (ή εγώ είμαι πολύ απαιτητική όταν αναφέρεται κάποιος στο αγαπημένο μου θέμα) εκτυλίσσεται σε μια βιβλιοθήκη με πολλά και σπάνια βιβλία, μια κυριολεκτικά ζωντανή βιβλιοθήκη που φαίνεται να αγαπούν τα πνεύματα των συγγραφέων. Κι ο συγγραφέας αγαπά τους κλασικούς τα έργα και τους βίους τους και δεν ξεχνά να μας το υπενθυμίζει μέσα από τις γραμμές αυτής της μικρής ιστορίας. Εξάλλου, ο πρωταγωνιστής αυτής της ιστορίας, ο διευθυντής της ιστορικής βιβλιοθήκης γνωρίζει από λογοτεχνία καθώς διδάσκει την ιστορία της και γράφει ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο με τίτλο Εξομολογήσεις συγγραφέων στο οποίο ερευνά τη ζωή και τον χαρακτήρα των σπουδαιότερων συγγραφέων της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Οι άλλες τρεις απολαυστικές ιστορίες περιλαμβάνουν φανταστικά όντα μιας μακρινής εποχής (;) που οι άνθρωποι πίστευαν σε μάγισσες και ξόρκια τα οποία συναναστρέφονται με ανθρώπους ή είναι μέρος τους.

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

Το βιβλίο ως αντικείμενο


Τον βιβλιόφιλο δεν τον ενδιαφέρει το βιβλίο μόνο για το περιεχόμενό του, τον ενδιαφέρει το βιβλίο και ως αντικείμενο και ναι είμαι μια παθιασμένη βιβλιόφιλη που μπορώ να αγοράσω ένα βιβλίο απλά και μόνο γιατί μου αρέσει εμφανισιακά. Μου αρέσουν οι παλιές εκδόσεις των προηγούμενων αιώνων, εκείνες οι δερματόδετες εκδόσεις με την χρυσοτυπία, τις παχιές σελίδες και τα ραμμένα στο χέρι τυπογραφικά τετράδια. Εκείνο το τυπογραφικό χαρτί μιας άλλης εποχής που αντέχει ακόμη όσοι αιώνες κι αν έχουν περάσει. Εκείνο το χαρτί που προτιμά το σκουλήκι, με κάνει να πιστεύω ότι είναι πιο νόστιμο κι ας μην μπορώ να το γευτώ, με την αφή όμως μπορώ να το αισθανθώ. Και τα τυπωμένα γράμματα μπορώ να αισθανθώ. Έτσι απαλά αν περάσω τις άκρες των δαχτύλων μου θα αισθανθώ το αμυδρό βαθούλωμα που άφησαν τα τυπογραφικά στοιχεία καθώς πιεζόντουσαν πάνω στο χαρτί για να σφραγίσουν τις λέξεις. Και από τα βαθουλώματα των εικόνων μπορώ να φανταστώ τον χαράκτη που τις σμίλευε με μεράκι, εκείνον τον καλλιτέχνη που με τη σειρά του συντελούσε για να δημιουργηθεί ένα άλλο έργο τέχνης, το βιβλίο. Έχω αγοράσει βιβλία γραμμένα σε ξένες λέξεις που δεν αναγνωρίζω μόνο και μόνο επειδή έχουν εκδοθεί μερικούς αιώνες πριν γεννηθώ, μόνο και μόνο γιατί παραμένουν όμορφα και μου υπενθυμίζουν την ιστορία του βιβλίου.

Σταδιακά από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά τα βιβλία άρχισαν να ασχημαίνουν γιατί κάποιοι σκέφτηκαν ότι όπου και να τυπώσεις μια ωραία λέξη θα εξακολουθεί να είναι ωραία. Σε ό,τι χαρτί, με ό,τι μελάνι, με όποια γραμματοσειρά, με όποια επιμέλεια  το ποίημα θα παραμένει ποίημα. Παράγουμε μαζικά για να ικανοποιούμε τη ζήτηση, τυπώνουμε όπως όπως σε μεγάλο τιράζ για να βγάλουμε κέρδος. Χαμηλώνουμε το κόστος, αυξάνουμε την παραγωγή, κάνουμε προσιτό το βιβλίο σε όλους. Γιατί προσιτό πρέπει να είναι μόνο το εκχυδαϊσμένο. Ικανοποιούμε την αναγνωστική ανάγκη αδιαφορώντας για το γούστο και για την ποιότητα προσβάλοντας έτσι τον ίδιο τον συγγραφέα. Τύπωσε με το κιλό Τολστόι, Ντίκενς, Όστεν γράψε το όνομα του συγγραφέα και τον τίτλο του βιβλίου με μεγάλα γράμματα, κρέμασε τα στο περίπτερο δίπλα από τις αθλητικές εφημερίδες για να τραβήξει την προσοχή κι αυτό αρκεί για να αισθανθεί υπερήφανος κάποιος που πήγε για τσιγάρα και γύρισε με Ντοστογιέφσκι, τόσο υπερήφανος που εντέλει εθίστηκε και δεν θα ηρεμούσε αν δεν συμπλήρωνε όλη τη σειρά, κάποιοι τον ονόμασαν και συλλέκτη, συλλέκτη έργων τέχνης του περιπτέρου.

Ένας εκδοτικός οίκος με το παράξενο όνομα DeAgostini συγκέντρωσε για εσένα όλα τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ακόμη κι εκείνα που ενδεχομένως να μην γνώριζες και βάλθηκε να σε αναγκάσει να χτίσεις τη βιβλιοθήκη σου κι εσύ ενέδωσες στην προσιτή τιμή και στην πολύ διαφήμιση. Εξάλλου το να γεμίσεις τα άδεια ράφια σου με βιβλία του ίδιου σχήματος και του ίδιου χρώματος φάνταζε ειδυλλιακό. Ενδεχομένως το χρώμα των βιβλίων να σε κέντρισε περισσότερο, δεν αμφιβάλλω διόλου πως ήταν κι αυτό ένα μαρκετινίστικο τρικ μιας πολυεθνικής ή ίσως απλά να ταίριαζε με το χρώμα της πολυθρόνας σου. Και κάπως έτσι κάποιοι δημιούργησαν την ιδιωτική τους ομοιόμορφη βιβλιοθήκη χωρίς ποτέ να μπουν σε ένα βιβλιοπωλείο, χωρίς ποτέ να αποκτήσουν άποψη για το ποια τελικά είναι τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Και τώρα εγώ που έχω απέχθεια για όλα αυτά τα ομοιόμορφα μπλε με κόκκινη ράχη βιβλία προσβάλω περισσότερο τον συγγραφέα από εκείνον τα τύπωσε;

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Από τον θησαυρό μου


Πολυαγαπημένα βιβλία για βιβλία, τα βιβλία εκείνα δηλαδή που αναφέρονται σε άλλα βιβλία, βιβλιοθήκες, βιβλιοπωλεία, εκδότες, τη δύναμη των λέξεων, τη φιλαναγνωσία, την αγάπη για τη μυρωδιά του χαρτιού. Ποιος βιβλιόφιλος δεν απολαμβάνει την ανάγνωση ενός τέτοιου βιβλίου και δεν βρίσκει κάτι από τον εαυτό του μέσα στις σελίδες του; 

Θα σας μιλήσω για ένα αγαπημένο βιβλιοβιβλίο που είχα διαβάσει το μακρινό 2007 και το ξαναδιάβασα τώρα για να γράψω δύο λόγια  εδώ γιατί του αξίζει και με το παραπάνω μια ανάρτηση. Πριν αρχίσω όμως να σας πω ότι το βιβλίο είναι εξαντλημένο από τον εκδότη του οπότε αν θελήσετε να το διαβάσατε θα πρέπει να κομπιάσετε για να το βρείτε, ένα πραγματικό κυνήγι βιβλίου δηλαδή που εμένα με εξιτάρει λίγο παραπάνω. Πρέπει να απευθυνθείτε σε λαγωνικά βιβλίων, σε έμπειρους παλαιοβιβλιοπώλες δηλαδή, να μιλήσετε με φύλακες βιβλίων, δηλαδή τοπικές βιβλιοθήκες ή και μεγαλύτερες, ή να βάλετε αγγελία σε κάποιο ομάδα ανταλλαγής βιβλίων ή απλά να περιμένετε μήπως και επανακυκλοφορήσει. Όπως και να έχει Η μοναχούλα του Pierre Péju που οι εκδόσεις Ποταμός επέλεξαν να το αφήσουν εξαντλημένο αξίζει να διαβαστεί από όσους αγαπούν την ανάγνωση, κι είμαστε πολλοί αυτοί, σας βλέπω όλους μέσω instagram!

Μια μελαγχολική ιστορία  που αναφέρεται σε μοναχικούς ανθρώπους. Ο βιβλιοπώλης Βολλάρ που από μικρή ηλικία διάβαζε μανιωδώς βιβλία, ζούσε σε έναν δικό του κόσμου μαζί με τους χάρτινους φίλους του που του έδιναν δύναμη να αντιμετωπίσει όλη τη βία και την απόρριψη που δεχόταν από το σχολικό του περιβάλλον, επειδή έκανε το λάθος να είναι διαφορετικός, η Τερέζε μια διάφανη γυναίκα που πιο πολύ από όλα θέλει να φεύγει και να σημειώνει τις σκέψεις της σε ένα τετράδιο και η Εύα η μοναχούλα που έκανε το λάθος να γεννηθεί. Όλοι αυτοί συναντιούνται στην πρώτη σελίδα λόγω ενός τροχαίου δυστυχήματος. Ο Βολλάρ αγαπάει να διαβάζει ιστορίες, πολλές από τις οποίες έχει απομνημονεύσει και μπορεί να απαγγέλει από μνήμης. Οι ιστορίες έχουν τη δύναμη να γιατρεύουν κάθε πόνο μόνο που αυτή τη φορά δεν τα καταφέρνουν.

Το βιβλίο συγκεντρώνει προτάσεις από εκείνες τις βιβλιοφιλικές που μου αρέσει να υπογραμμίζω, παραθέτει αποσπάσματα από αγαπημένους συγγραφείς, μιλάει για τη δύναμη των λέξεων αλλά και την αδυναμία τους. Γιατί τελικά αυτός που διαβάζει μανιωδώς και ζει μέσω των φανταστικών ηρώων της λογοτεχνίας εντέλει ζει τη ζωή που θα ήθελε αλλά δεν μπορεί να ζήσει. Σταδιακά αποκόπτεται από τον πραγματικό κόσμο, απομονώνεται, αποκοινωνικοποιείται. Αγαπάμε τα βιβλία, αγαπάμε τα social network αλλά τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την πραγματική ζωή.

Ένα βιβλίο αφιερωμένο σε όλους εμάς εφάμιλλο ενός ακόμη αγαπημένου βιβλίου από τις εκδόσεις Πατάκη Το χάρτινο σπίτι. Αναζητήστε το!

Για περισσότερα βιβλία για βιβλία μπορείτε να βλέπετε τη βιβλιολίστα μου που έχω συγκεντρώσει όλα όσα βιβλία αυτής της κατηγορίας γνωρίζω.

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Η αρχιτεκτονική της γνώσης


Για να χτίσει κάποιος μια βιβλιοθήκη χρειάζονται πολύ απλά οικοδομικά υλικά. Μελάνι, χαρτί και λέξεις. Χρειάζονται και άνθρωποι, πάντα χρειάζονται άνθρωποι, να βάλουν τις λέξεις στη σειρά και φυσικά, μηχανήματα να τυπώσουν τη φαντασία, την επιστήμη, την τέχνη.

Μετά έρχονται και οι αρχιτέκτονες που έχουν πιο περίπλοκη σκέψη που αδυνατώ να κατανοήσω και σε ρωτάνε τι χώρους πρέπει να έχει μια βιβλιοθήκη. Μα τι κουτή ερώτηση. Το σύμπαν έχει τοίχους; Τα παράθυρα να μείνουν ή να τα μπαζώσουμε; Ανάλογα, φίλε μου, με το τι μπαίνει από αυτά τα παράθυρα. Ο καθαρός αέρας χρειάζεται και το φως επίσης. Είδες κάτι να ζει χωρίς φως και αέρα; Η φασαρία σίγουρα δεν χρειάζεται κι ο καυτός ο ήλιος βλάπτει. Είναι γνωστό ότι εκεί που δεν υπάρχει καυτός ήλιος διαβάζουν περισσότερο. Θέλει να παρηγορηθεί ο άνθρωπος όπου υπάρχει θλίψη από τη γκρίζα συννεφιά και αναζητά να κρατηθεί από μερικές αράδες. Πάντα χρειάζεται ο φυσικός φωτισμός στον αναγνώστη με φειδώ όμως το τζάμι στην Ελλάδα, εξάλλου το βιβλίο είναι από μόνο του παράθυρο και το ίδιο απαραίτητος είναι και ο τεχνητός φωτισμός. Παίζει ρόλο και η θερμοκρασία, οι ζωντανοί οργανισμοί είναι ευάλωτοι. Βασικό υλικό σου πρέπει να είναι η ησυχία πρέπει να αφήσεις έξω κάθε ήχο. Εκεί ο άνθρωπος χρειάζεται να ακούει μόνο την ανάσα της σκέψης που ανακουφίζει τα αφτιά.

Για να χτίσεις μια βιβλιοθήκη πρέπει να προβλέψεις ότι πρέπει να εξυπηρετεί όλους τους εν δυνάμει ανθρώπους που αναζητούν παρηγοριά. Τον ηλικιωμένο μοναχικό κύριο, τον εργαζόμενο, την κυρία που γυρνά από το κομμωτήριο, τη μάνα με το παιδί, τον φοιτητή που είναι σε μόνιμη αναζήτηση, τον έφηβο που το έσκασε από το σχολείο ή από το σπίτι ή από τον εαυτό του. Να εξυπηρετεί την ανάγκη για πρόσβαση στην πληροφορία, όπου κι αν αυτή υπάρχει και καμιά φορά η πληροφορία είναι άυλη. Ακόμη κι αυτή χρειάζεται στέγη. Βοήθησε την πληροφορία και τον δέκτη να κυκλοφορούν ανενόχλητοι και να βρίσκουν εύκολα τη γωνιά που τους ταιριάζει. Η συγκέντρωση πολλών ανθρώπων σε κλειστούς χώρους που βλέπουν ταυτόχρονα στο παρελθόν και στο μέλλον εγκυμονεί κινδύνους κι εσύ πρέπει να τους προστατεύσεις. Υποκείμενα και αντικείμενα χρειάζονται προστασία από τα καιρικά φαινόμενα, πρέπει να περιμένει κάποιος ετοιμοπόλεμος τον καταποντισμό. Μα επικίνδυνη είναι η απληστία και η βλακεία του ανθρώπου, ίσως πιο επικίνδυνη από τον καιρό και τη φύση.

Όλοι γνωρίζουν όμως πως η γνώση είναι βαριά. Πρέπει να φροντίσεις να αντέχει το έδαφος τον όγκο και τα ράφια τη σκόνη. Και μη ξεχνάς ότι τα βιβλία πολλαπλασιάζονται πιο γρήγορα από τους ανθρώπους. Απαιτούν επίμονα χώρο και χρόνο. Κι αν δεν τα βρουν να τους περιμένει γίνονται ύπουλα και επιδιώκουν να κλέψουν τον δικό σου αέρα, να σταθούν εκεί που στέκεσαι και να μην σου επιτρέπουν ούτε την είσοδο. Άκουσε με γίνονται πολύ επιθετικά, μην τους το επιτρέψεις.

Αν θες να μιλήσουμε για χρώματα, αναμφισβήτητα το χρώμα που θα σου πω θα είναι το λευκό, το ουράνιο τόξο επέτρεψε να μπει μόνο εκεί που υπάρχουν παιδιά. Τα έπιπλα; Μα και βέβαια πρέπει να αντέχουν το βάρος των αγκώνων πάνω στους οποίους στέκουν όλοι οι προβληματισμοί των αιώνων που πέρασαν. Να είναι γερά και άνετα, αυτό έχει μόνο σημασία.

Είμαι σίγουρη ότι είναι εύκολο να κτιστεί ο χώρος που θα συγκεντρώνει τη γνώση, δημιουργική και καλοπληρωμένη εργασία, για τις ημέρες που έπονται ανησυχώ. Αυτό πρέπει να προβλεφθεί. Πως ο χώρος θα πρασινίσει, θα δώσει καρπούς. Δεν είναι δική σου δουλειά, αλλά οι θέσεις εργασίας που θα σχεδιάσεις να εύχεσαι να μην είμαι μόνο θέσεις.

Υ.Γ. Για τον σχεδιασμό δημοσίων/ δημοτικών βιβλιοθηκών μπορείτε να συμβουλεύεστε έναν οδηγό που περιέχει τις βασικές οδηγίες που δεν διάβασα για να γράψω όλα τα παραπάνω.

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ξεχασμένος σελιδοδείκτης


Μέσα σε συρτάρια παλιών παιδικών δωματίων βρίσκει κανείς μυριάδες αναμνήσεις ανεκτίμητης αξίας, μονάχα για τον κάτοχο τους. Μικροαντικείμενα σπασμένα και τσαλακωμένα στην πλειοψηφία τους, στοιβαγμένα μαζί με τα απαραίτητα σχολικά συνοδευτικά, μισοφαγωμένες γόμες και μολύβια, χρωματιστά στυλό που ξέμειναν από μελάνι, έλεγχοι προόδου, ασκήσεις για το σπίτι που ποτέ δεν έγιναν. Χρόνια ζεις χωρίς αυτά, ούτε την ύπαρξή τους δεν θυμάσαι, μα όταν τα βλέπεις δυσκολεύεσαι να τα αποχωριστείς φοβούμενος μην τυχόν μαζί με αυτά πετάξεις και συνεπώς ξεχάσεις τα καλύτερα σου χρόνια. Σαν να έχουν καταδικαστεί τα συρτάρια των παιδικών δωματίων να ζουν σε χρόνο σταματημένο απλά για να σου υπενθυμίζουν την προηγούμενη ζωή σου. Η κάθε προηγούμενη ζωή γίνεται ένα συρτάρι σε ένα κάποιο δωμάτιο.
Αυτά τα χαλασμένα μικροαντικείμενα αναμνήσεων συνήθως καμία αξία δεν έχουν για κάποιον δεύτερο που ξεδιάντροπα εισέβαλε στο προσωπικό σου άβατο και βάλθηκε να σκαλίζει τον θησαυρό των σκουπιδιών σου και να σε προστάζει να τα ξεφορτωθεί επιτέλους. Κάθε χρόνο που αγγίζεις τα χρωματιστά ξύλινα πόμολα ενός ακατοίκητου χώρου αφήνεις για αργότερα την μάταιη τακτοποίηση του σωρού και τον εντοπισμό των πιθανών χρήσιμων.
Μέσα σε όλα βρέθηκε κι αυτός ο ενδεχομένως πολυχρησιμοποιημένος σελιδοδείκτης μιας άλλης εποχής και ξαφνικά ο θησαυρός σου αποκτά αξία και για κάποιον άλλον. Ένας χαρούμενος, με ζωντανά χρώματα που παραμένουν, παιδικός σελιδοδείκτης της μακρινής εποχής που οι εκδόσεις Ψυχογιός είχαν περισσότερο γούστο.

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

Όταν σε διακόπτει ο θάνατος


Δύο χρόνια μετά τον άδικο θάνατο του Αργύρη Χιόνη οι εκδόσεις Κίχλη είχαν προδημοσιεύσει ότι θα εξέδιδαν ένα ακόμη βιβλίο του. Τότε εργαζόμουν σε ένα, επαρχιακό μεν μεγάλο και γνωστής αλυσίδας δε, βιβλιοπωλείο και ανυπομονούσα για την ημέρα που θα άνοιγα τις κούτες με τις νέες παραλαβές και θα έβρισκα τις τελευταίες λέξεις του. Ήταν γιατί το Οριζόντιο ύψος είχε γίνει ένα από τα πιο αγαπημένα βιβλία που μένει ακόμη καρφιτσωμένο στη μνήμη μου, το ίδιο και τα ποιήματά του. Η πολυπόθητη έκδοση έφθασε φέτος τον Αύγουστο. Η καθυστέρηση εξηγείται κάπως στο προλογικό σημείωμα, ήταν η διαχείριση των πνευματικών δικαιωμάτων, ήταν η δύσκολη σύνθεση των κειμένων που δεν είχαν ολοκληρωθεί εξαιτίας του αιφνίδιου θανάτου του δημιουργού τους. Επιμελήτρια και εκδότρια μέσα από το μισοτελειωμένα κείμενα προσπάθησαν να δημιουργήσουν την έκδοση, όπως την είχε φανταστεί ο συγγραφέας.  Θα ήταν κρίμα πράγματι να έμεναν οι λέξεις αυτές ανέκδοτες, να μην έφταναν ποτέ σε εμάς στους αναγνώστες που ζούμε ρουφώντας ευφάνταστες ιστορίες για όντα και μη όντα που ακροβατούν μεταξύ λογικής και παράνοιας.

Το βιβλίο αποτελείται από εννέα διηγήματα, τα τέσσερα προδημοσιεύθηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά δύο εκ των οποίων φέρουν μεταγενέστερες προσθήκες και διορθώσεις. Τα μη ολοκληρωμένα διηγήματα εκδόθηκαν βάσει των δακτυλογραφημένων κειμένων που άφησε πίσω του ο συγγραφέας κι είναι αυτά που έχουν το μεγαλύτερο εκδοτικό ενδιαφέρον. Καθώς διάβαζα το επίμετρο της επιμελήτριας είχα στο νου μου έναν ζωγράφο. Την πορεία που διανύει πριν φτάσει στο τελικό πίνακα που τον ικανοποιεί ή και όχι. Τα μουτζουρωμένα από κάρβουνο κομμάτια χαρτί που πέταξε στον κάλαθο των άχρηστων για να καταπιαστεί πάλι από την αρχή με νέα σχέδια. Και το τελικό έργο, πόσες γραμμές φέρει άραγε κάτω από τις τελευταίες πινελιές και πότε αποφασίζει για το ποια θα είναι αυτή η τελευταία. Έτσι και η δουλειά του συγγραφέα, τα προσχέδια, η γραφή από την αρχή μιας ιδέας που ίσως στην πορεία να αλλάξει, οι διορθώσεις των διορθώσεων, οι σημειώσεις των σημειώσεων. Και ξαφνικά θάνατος. Μένει το δημιούργημα ορφανό να απορεί κι αυτό αν έχει το τέλος που του πρέπει και γιατί τα αστεράκια των υποσημειώσεων δεν οδηγούν πουθενά.

Σε αυτά τα μελαγχολικά μονοπάτια με οδήγησαν οι σημειώσεις εκδότριας και επιμελήτριας που είναι φανερό πως θα ήθελαν να ήταν εδώ ο συγγραφέας να χαρεί για το νέο του βιβλίο, και ποιος δεν θα ήθελε να είναι εδώ κι αυτό να μην είναι το τελευταίο. Εννέα διηγήματα κάποια δίχως τέλος που δεν έχουν όμως τίποτα να ζηλέψουν από εκείνα που δουλεύτηκαν παραπάνω. Άμα δεν μου το έλεγαν ούτε που θα το καταλάβαινα. Εννέα απολαυστικές ιστορίες από εκείνες που συνέθετε με τόση μαεστρία αυτός ο μεγάλος ποιητής που είχε σώας τας φρένας σε ένα σαλεμένο κόσμο του παραλόγου.

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

Έρωτας με την πρώτη ματιά


Δεν θα μπορούσα να μην ερωτευτώ ένα βιβλίο με τέτοιο βιβλιοφιλικό εξώφυλλο και να μην θέλω να το κάνω δικό μου. Το περιεχόμενο δικαίωσε και με το παραπάνω την εξωτερική εμφάνιση. Δικαίωσε ακόμη και το βάρος που πρόσθεσε στην ταξιδιωτική βαλίτσα. Αναμφίβολα πρόκειται για το δημοφιλέστερο βιβλίο του καλοκαιριού κι ας μην είναι καθόλου ένα ανάλαφρο καλοκαιρινό ανάγνωσμα. Έχουν γραφτεί διθυραμβικές κριτικές από σπουδαίους ανθρώπους, δεν έχω τίποτα παραπάνω να πω. Συμφωνώ με όλους. Ναι πρόκειται για ένα κλασικό βιβλίο κι ας γράφτηκε πριν μερικά χρόνια, ναι πρόκειται για έργο τέχνης, ναι πρόκειται για μια παρτιτούρα μεταγραμμένη σε κείμενο, ναι σε όλα, είναι ό, τι καλύτερο έχω διαβάσει εδώ και πολύ καιρό. Συγκεντρώνει μόνο καλά στοιχεία, εξαιρετική συγγραφική δεξιοτεχνία, έρωτα, φιλία, ιστορία, γλωσσολογία, φιλοσοφία, ζωγραφική, μουσική, πολλή μουσική που δεν σταματά να ακούγεται καθ' όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης. Ο καταλανός συγγραφέας Jaume Cabré κατάφερε να δημιουργήσει ένα αριστούργημα του 21ου αιώνα και οι εκδόσεις Πόλις μας το προσέφεραν σε μια αντάξια μετάφραση με τον τίτλο Confiteor.

Μία από τις καλύτερες στιγμή της αφήγησης είναι όταν ο Αντριά, ο πρωταγωνιστής που μας εξομολογείται τις αμαρτίες τους, επιστρέφει στο πατρικό σπίτι που γίνεται δικό του. Για μήνες μένουν οι κούτες με τα χιλιάδες βιβλία του στο πάτωμα ανήμπορος να τα τακτοποιήσει, μέχρι που φτάνει η ώρα να ανοίξουν οι κούτες και τα βιβλία αρχίζουν να γεμίζουν τους τοίχους, το όνειρο κάθε βιβλιόφιλου. Με την πολύτιμη βοήθεια του παιδικού του φίλου δημιουργείται η βιβλιοθήκη του νέου του σπιτιού που παραλληλίζεται τόσο όμορφα και τόσο πετυχημένα με τη δημιουργία του κόσμου:

Επέστρεψε από τη Ρώμη με πρόθεση να βάλει τάξη στο σπίτι, αφού από καιρό σκόνταφτε στις κούτες με τα βιβλία που είχαν έρθει από τη Γερμανία και τις οποίες δεν είχε ανοίξει ακόμα, άνοιξε τη λάμπα και εγένετο φως. Κάλεσε και τον Μπερνάτ για να τον βοηθήσει να σχεδιάσει αυτήν την ιδανική τάξη θαρρείς κι ο Μπερνάτ ήταν ο Πλάτωνας, εκείνος ο Περικλής και το διαμέρισμα στην Εσάμπλε η βουερή Αθήνα. Έτσι οι δύο σοφοί αποφάσισαν να αφήσουν στο γραφείο τα χειρόγραφα, τα αρχέτυπα που θα αγόραζε, τα εύθραυστα αντικείμενα, τα βιβλία των γονιών του, τους δίσκους, τις παρτιτούρες και τα λεξικά που χρησιμοποιούσε συχνότερα. Και διαχώρισαν τα νερά που ήταν κάτω από το στερέωμα και τα νερά που ήταν κάτω από το στερέωμα, κι έγινε ο ουρανός με τα σύννεφα, ξεχωριστά από το νερό της θάλασσας. Στο δωμάτιο των γονιών, που είχε γίνει επιτέλους δικό του, τοποθέτησαν την ποίηση και τα βιβλία μουσικής, και συγκέντρωσε τα νερά που ήταν κάτω από το στερέωμα ώστε να φανεί η ξηρά, την οποία ονόμασε γη, και τα νερά τα ονόμασε θάλασσες και ωκεανούς. Στο παιδικό του δωμάτιο, άδειασαν, χωρίς να τα κοιτάξουν καν, όλα τα ράφια με τα βιβλία που τον συντρόφευαν όταν ήταν μικρός, κι έβαλαν στη θέση τους βιβλία Ιστορίας, από την αρχή της ανθρωπότητας μέχρι σήμερα. Και βιβλία γεωγραφίας επίσης, κι η γη άρχισε να γεννά δέντρα και σπόρους, που φύτρωναν και γίνονταν χλόη και άνθη. Οι τρεις μεγάλοι διάδρομοι του διαμερίσματος αφιερώθηκαν στην πεζογραφία, ταξινομημένη κατά γλώσσα, στα καινούργια ατέλειωτα ράφια που είχε παραγγείλει στον Πλάνας. Στον διάδρομο του δωματίου, οι ρομανικές γλώσσες. Στον διάδρομο μετά την είσοδο, οι σλαβικές και σκανδιναβικές, και στον φαρδύ διάδρομο στο βάθος, οι γερμανικές και οι αγγλοσαξονικές. "Στην τραπεζαρία θα βάλουμε τα λογοτεχνικά δοκίμια, τη θεωρία της λογοτεχνίας και την αισθητική". "Ή θα βγάλεις τα γυαλικά ή θα βγάλεις τον μπουφέ". Ο Αντριά χαμήλωσε τα μάτια και είπε θα δωρίσω όλα τα γυαλικά στο μαγαζί. Ας τα πουλήσουν, και χάρισμά τους. Έτσι θα κερδίσω τρεις τοίχους. Και γεννήθηκαν τα ψάρια και τα θαλάσσια πλάσματα και όλα τα τέρατα των ωκεανών. "Κι όλα αυτά που έφερες απ' τη Γερμανία τι είναι;" ρώτησε μια άλλη μέρα ο Μπερνάτ, ανοίγοντας καχύποπτα μια κούτα με την άκρη των δαχτύλων του. "Κυρίως φιλολογία και φιλοσοφία. Και μερικά μυθιστορήματα. Μπελ, Γκρας, Φώκνερ, Μαν, Λιόρ, Καμπάν, Ροτ  και διάφορα άλλα". "Που θέλεις να τα βάλεις;" "Τη φιλοσοφία, στην είσοδο. Μαζί με τα μαθηματικά και την αστρονομία. Τη φιλολογία και τη γλωσσολογία, στο δωμάτιο της Λόλα Σίκα. Τα μυθιστορήματα, στους αντίστοιχους διαδρόμους". "Αφού περισσεύει χώρος στον ξενώνα, θα βάλουμε την θρησκεία, τη θεολογία, την εθνολογία και τον ελληνορωμαϊκό κόσμο". Και δημιούργησε τα κτήνη και τα θηρία, που κατέκλυσαν τη γη, και είδε ότι καλώς εποίησε. "Τι θα κάνεις με τα Τεντεν;" "Δεν θέλω να πετάξω τίποτα. Αλλά δεν ξέρω που να τα βάλω". "Έχεις πολλούς χώρους ακόμα". Κι ο Κύριος είπε ναι, έχω πολλούς χώρους, αλλά δεν θέλω να πάψω να αγοράζω βιβλία για να τους γεμίσω. Το πρόβλημα είναι που θα βάλω τους Καρλ Μάυ και του Ιουλίους Βερν, καταλαβαίνεις; Κι ο άλλος απάντησε καταλαβαίνω. Και πρόσεξαν ότι στο μπάνιο υπήρχε χώρος ανάμεσα στο ντουλαπάκι  και το ταβάνι. "Και στη μικρή τουαλέτα, τα περιοδικά". "Και στην κουζίνα, τα βιβλία μαγειρικής". Τη στιγμή που είπε θα φτιάξω τον άνθρωπο κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσίν μου, σκέφτηκε τη Σάρα. Και την έβδομη μέρα  ο Άντρια και ο Μπερνάτ ξεκουράστηκαν και προσκάλεσαν την Τέκλα να δει το έργο της δημιουργίας.

Μαγεία.

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

Επιστολή προς τους νέους βιβλιοθηκονόμους


Και τώρα θα σας πω μια ιστορία που ενδιαφέρει κυρίως τους (άνεργους) βιβλιοθηκονόμους, νέους και παλαιότερους, και όσους ενδιαφέρονται/ επισκέπτονται τις Βιβλιοθήκες και τα Ιστορικά Αρχεία του τόπου τους.

Σχεδόν δέκα χρόνια αφότου έλαβα το πτυχίο μου, με μεγάλες τιμές και διακρίσεις και σύσσωμο όλο το ακαδημαϊκό εκπαιδευτικό προσωπικό να χειροκροτά και να μας παινεύει για το λαμπρό επαγγελματικό μέλλον που θα έχουμε όλοι οι απόφοιτοι του ΤΑΒΜ (εκτός από Αρχειονομίας και Βιβλιοθηκονομίας έγινε και Μουσειολογίας χωρίς βέβαια οι απόφοιτοι να έχουν κατοχυρωμένα επαγγελματικά δικαιώματα μουσειολόγου καθώς τα έχουν χρόνια τώρα οι αρχαιολόγοι) του Ιονίου Πανεπιστημίου, κατάφερα να δουλέψω σε μια Δημόσια Βιβλιοθήκη μόλις φέτος την άνοιξη. Βλέπετε μια τέτοια βιβλιοθήκη ήταν μεγάλο όνειρο καθώς μπορεί να κάνει πράξη όλα τα περί αναγνωστικής πολιτικής/ πολιτικής βιβλίου/ φιλαναγνωσίας/ αναγνωστικής συμπεριφοράς που έμαθα στα τέσσερα χρόνια προπτυχιακών σπουδών και μιας ολόκληρης πτυχιακής εργασίας που αφιέρωσα μελετώντας τα. Πτυχιακής που έγινε και επιστημονική δημοσίευση σε ένα έγκριτο διεθνή επιστημονικό περιοδικό και ανακοίνωση σε πανελλήνια συνέδρια ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών. Τότε ακόμα θεωρούσα ότι σπουδάζω μια επιστήμη με μέλλον τρανό στη χώρα μας, καθώς τότε προσπαθούσε να εδραιωθεί, ακόμη προσπαθεί. Έτσι μας έλεγαν και στη θεωρία όλα είναι όμορφα, άλλωστε τόσες Βιβλιοθήκες υπάρχουν και τόσα Αρχεία που έχουν έλλειψη από εξειδικευμένο προσωπικό, εμάς περιμένουν να αποφοιτήσουμε. Έτσι μπορεί να λένε ακόμη στους νεοεισαχθέντες φοιτητές βιβλιοθηκονομίας. Ο ακαδημαϊκός κόσμος είναι όμορφος γεμάτος θεωρία που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι βιβλιοθηκονόμοι όμως έχουν τα μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας.  

Επιτέλους δούλεψα σε μια Δημόσια Βιβλιοθήκη μέσω των προγραμμάτων κοινωφελούς εργασίας για ανέργους με διάρκεια πέντε μήνες και αμοιβή 490 ευρώ το μήνα. Έδωσα μάχη γι' αυτή τη θέση καθώς την διεκδικούσε ένας φιλόλογος και ένας ιστορικός, δεν έχει σχέση που η θέση ήταν για ΠΕ Βιβλιοθηκονόμους, τα χαρτιά τα ελέγχει ο εκάστοτε φορέας, ο ΟΑΕΔ νίπτει τας χείρας τους, ας κάνει ό,τι θέλει ο φορέας. Εξάλλου και οι πίνακες επιτυχόντων δεν βγαίνουν ονομαστικοί αλλά με αριθμούς αιτήσεων, κανείς δεν ξέρει τίποτα. Όλο το σύμπαν συνωμότησε ώστε να μάθω τι και ποιος.

Με μερικούς μήνες καθυστέρηση μπήκα στη βιβλιοθήκη, επιτέλους Δημόσια Βιβλιοθήκη στο βιογραφικό μου! Εκεί αντίκρισα το χάος που δεν μπορεί να διδαχθεί σε κανένα ακαδημαϊκό περιβάλλον. Η βιβλιοθήκη, μικρή σχετικά, δημιουργήθηκε το 2004, τότε μάλλον υπήρχαν βιβλιοθηκονόμοι, ήταν εμφανές ότι στήθηκε από ανθρώπους που γνώριζαν εκείνα τα καλά χρόνια που λεφτά για ξόδεμα υπήρχαν. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια ο ένας μοναδικός προϊστάμενος/ υπάλληλος ήταν ένας απολυμένος υπάλληλος του ΟΣΕ. Από εκεί που έκοβε εισιτήρια ή οδηγούσε τρένα του έλαχε να μπει να οργανώσει μια βιβλιοθήκη. Καλύτερα από το να απολυθεί, ας μπει σε μια βιβλιοθήκη μέχρι να βγει στη σύνταξη. Προσπάθησε ο άνθρωπος να οργανώσει την κατάσταση. Έβαλε τα βιβλία της ιστορίας σε μια πλευρά, της τέχνης στην είσοδο για να φαίνεται ωραία σε όποιον μπαίνει, όπως αφοπλιστικά μου ανέφερε, εντόπισε και όλα τα βιβλία με κήπους, καλλιέργειες και αγροτική οικονομία και τα έβαλε σε ένα ράφι και σιγά σιγά έμαθε που είναι το καθένα και τα έβρισκε. Δεχόταν και τις δωρεές, σφράγιζε ό,τι βιβλίο του έφερναν και μετά το έβαζε στο κατάλληλο ράφι που μόνο αυτός ήξερε ποιο ήταν. Τα χρόνια πέρασαν και επιτέλους έγινε αυτό που περίμενε, συνταξιοδοτήθηκε. Ήρθαν δύο αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί, ένας γυμναστής και μια δασκάλα, τους έδωσε τα κλειδιά τους είπε και δύο πράγματα και έφυγε. Ο ένας από τους δύο έγινε προϊστάμενος και όλα τα υπόλοιπα τα βρήκαν ψάχνοντας.

Όταν μπήκα βρήκα τους δύο αποσπασμένους να μετανιώνουν και μια βιβλιοθήκη που έμοιαζε περισσότερο με αποθήκη βιβλίων. Άναρχα τοποθετημένα στα ράφια τα βιβλία, βιβλία παντού, ακαταλογράφητα, ένας κατάλογος φτιαγμένος χωρίς να τηρεί τα στοιχειώδη πρότυπα βιβλιοθηκονομίας, άνθρωποι να μπαίνουν γνωρίζοντας ότι δεν μπορούν να βρουν ένα συγκεκριμένο βιβλίο, υπολογιστές να μην δουλεύουν, οπτικοακουστικός εξοπλισμός χιλιάδων ευρώ να μην χρησιμοποιείται αφού κανείς δεν ξέρει το πως (εξοπλισμός δωρεάς Ιδρύματος Νιάρχου, βεβαίως βεβαίως). Ξεκίνησα από τα βασικά, να ενημερώσω τους αποσπασμένους που χρειάζεται μια βιβλιοθήκη, τι είναι το ΑΒΕΚΤ και τι το dewey, αυτός ο περίεργος αριθμός που είχαν τα περισσότερα βιβλία στη ράχη τους. Έπειτα κατέβασα τα 10.000 και πλέον βιβλία και τα ταξιθέτησα όχι κατά το δοκούν αλλά σύμφωνα με το διεθνώς αναγνωρισμένο δεκαδικό σύστημα ταξιθέτησης που κανείς που εργαζόταν εκεί τα τελευταία χρόνια δεν φαινόταν να γνωρίζει. Ξεχώρισα τα ακαταλογράφητα βιβλία (2.000 βιβλία/ περιοδικά) που ήταν ακουμπισμένα στα ράφια, και ξεκίνησα να τα καταλογογραφώ και να προσπαθώ να σουλουπώσω τον κατάλογο. Διοργάνωσα σεμινάρια σε μαθητές για να τους εξηγήσω πώς λειτουργεί μια οργανωμένη βιβλιοθήκη και εξυπηρετούσα τον κόσμο που έρχονταν. Κι έτσι κάπως τελείωσαν οι πέντε μήνες, χωρίς να προλάβω να καταλογογραφήσω όλα τα βιβλία και χωρίς να προλάβουν οι χρήστες να εκπαιδευτούν στο πως πρέπει να χρησιμοποιούν μια οργανωμένη βιβλιοθήκη. Ο καιρός πέρασε και εκείνοι οι αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί έφυγαν ξεφυσώντας για να επιστρέψουν στις τάξεις τους σε αυτό που ξέρουν να κάνουν. Φέτος βγήκαν οι νέες αποσπάσεις και εκεί θα είναι ένας άλλος εκπαιδευτικός γαλλικής φιλολογίας που θα γίνει προϊστάμενος και θα προσπαθήσει και αυτός να καταλάβει τι γίνεται, γιατί το Υπουργείο Παιδείας μπορεί νομίμως να αποσπά όπου θέλει τους εκπαιδευτικούς του.

Ένας άλλος συνάδελφος βιβλιοθηκονόμος που γνωρίζω δούλεψε με αυτά τα 5μηνα προγράμματα σε κάποια ΓΑΚ της επαρχίας. Εκεί αντίκρισε φυλακισμένα αρχεία που τα εποπτεύει ένας εκπαιδευτικός που αποσπάται κοντά στα 20 χρόνια γνωρίζοντας ότι το μόνο που έχει να κάνει είναι να φυλά τα αρχεία κλειδωμένα αποφεύγοντας να εργάζεται σε σχολικές αίθουσες. Θα είχε ενδιαφέρον να μάθουμε κι άλλες ιστορίες συναδέλφων.

Όλες οι Δημόσιες Βιβλιοθήκες, η Εθνική Βιβλιοθήκη, τα Αρχεία και οι 770 σχολικές βιβλιοθήκες έχουν ανάγκη από εξειδικευμένο προσωπικό, το οποίο αποφοιτά από τα αντίστοιχα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ της χώρας που δημιουργήθηκαν απλά και μόνο για να στελεχώσουν αυτούς τους φορείς. Η στελέχωσή τους από αποσπασμένους εκπαιδευτικούς ή από εκπαιδευτικούς που συμπληρώνουν ωράριο (βλ. σχολικές βιβλιοθήκες) δεν είναι λύση που λύνει μια ανάγκη. Η απόσπαση εκπαιδευτικών δημιουργεί προβλήματα στον ίδιο το φορέα στον οποίον αποσπώνται, αλλά και στα σχολεία που έχουν να αντιμετωπίσουν τα χιλιάδες κενά. Οι αποσπάσεις απλά βολεύουν κάποιους φορείς που χωρίς αυτές δεν θα μπορούν να ανοίξουν. Αλλά ανοιχτή βιβλιοθήκη/αρχείο δεν είναι μια πόρτα που κλειδώνει και ξεκλειδώνει.

Φέτος η πρώτη φάση των αποσπάσεων άφησε πολλές βιβλιοθήκες εκτός καθώς ο αριθμός των αποσπασμένων ήταν μικρότερος από τις άλλες χρονιές κι αυτό έφερε διαμαρτυρίες, διαμαρτυρίες που ούτως ή άλλως θα έπρεπε να υπάρχουν καθώς όλοι οι φορείς δεν στελεχώνονται. Η Ένωση Ελλήνων Βιβλιοθηκονόμων και Επιστημόνων της Πληροφόρησης (ΕΕΒΕΠ), ο μόνος σύλλογος που "εκπροσωπεί" τα επαγγελματικά μας δικαιώματα αντί να ζητήσει εξειδικευμένο προσωπικό από το Υπουργείο, ζητά να αποσπαστούν περισσότεροι εκπαιδευτικοί για να μπορέσουν οι φορείς να "λειτουργήσουν" αναγνωρίζοντας ότι χρειάζεται εξειδικευμένο προσωπικό αλλά επειδή αυτό θα πάρει χρόνο ζητά εκπαιδευτικούς, ενισχύοντας την παράλογη πρακτική που τόσο χρόνια εξυπηρετεί απλά κάποια συμφέροντα. Η ΕΕΒΕΠ συντάσσει και αποστέλλει επιστολή στον Υπουργό Παιδείας που ζητά οι βιβλιοθήκες να συνεχίσουν να λειτουργούν, όπως αυτή που εργάστηκα για πέντε μήνες. Σε μια άλλη επιστολή διαμαρτυρίας οι "Φίλοι του Ιστορικού Αρχείου Κρήτης", ζητούν από τον υπουργό Φίλη, μεταξύ των άλλων, ο φιλόλογος που αποσπάται επί εννέα έτη στο αρχείο τους ότι πρέπει να μεταταχθεί οριστικά στην οργανική θέση (!) του Ιστορικού Αρχείου Κρήτης και να μην επιστρέψει στην οργανική του θέση στο σχολείο που υπηρετούσε. Διότι φέτος αποσπάστηκε κάποιος άλλος εκπαιδευτικός στη θέση του που τον θέλουν κι αυτόν γιατί είναι πληροφορικός και θα βοηθήσει στην ψηφιοποίηση αλλά θέλουν και τον προηγούμενο. Έτσι απλά οι άνθρωποι πίσω από την επιστολή θεωρούν ότι ο νόμιμος τρόπος για να στελεχωθεί ένα Ιστορικό Αρχείο είναι οι μετατάξεις και οι αποσπάσεις εκπαιδευτικών που διορίστηκαν για να εργάζονται σε κάποια σχολική μονάδα. Δεν αναφέρουν/ δεν γνωρίζουν ότι το Αρχείο θα πρέπει να στελεχωθεί από αρχειονόμους και από λοιπό εξειδικευμένο προσωπικό που θα επιλεγεί μέσω νέων προκηρύξεων.

Είναι τόσο δύσκολο να σκεφτεί κάποιος να ζητήσει από το Υπουργείο Παιδείας να προσλάβει στις Βιβλιοθήκες και στα Αρχεία συμβασιούχους βιβλιοθηκονόμους/ αρχειονόμους/ πληροφορικούς/ ιστορικούς όπως προσλαμβάνει κάθε χρόνο συμβασιούχους εκπαιδευτικούς στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση; Είναι τόσο δύσκολο να ζητήσει κάποιος από το Υπουργείο Παιδείας προκήρυξη μόνιμων θέσεων όπως ζητάνε οι εκπρόσωποι των εκπαιδευτικών κι όλος ο κόσμος για την εκπαίδευση;

Είναι φανερό ότι δεν υπάρχει κάποια ένωση/ σύλλογος που να εκπροσωπεί τα επαγγελματικά μας δικαιώματα. Μάλλον κανείς δεν γνωρίζει την ύπαρξή μας, ούτε το ρόλο μας. Συστηματικά καταπατούνται τα επαγγελματικά μας δικαιώματα και απαξιώνονται οι σπουδές μας από κράτος και εκπροσώπους φορέων. Απευθύνομαι στους νέους απόφοιτους βιβλιοθηκονόμους και ζητώ να ενωθούμε και να κάνουμε γνωστή την ύπαρξή μας με κάθε τρόπο. Το να συζητάμε αέναα όλα αυτά μέσω facebook δεν είναι λύση. Είναι γνωστό ότι πολλοί απόφοιτοι βλέποντας ότι αυτό που σπούδασαν δεν έχει κανένα μέλλον τα παρατούν και απασχολούνται σε άλλους τομείς, λογικό επίσης όσοι εργάζονται ήδη σε αντίστοιχους φορείς να μην τους απασχολεί τι γίνεται πια στον χώρο. Σίγουρα, όλοι το ξέρουμε, ένα μικρό ποσοστό των αποφοίτων μέσω των γνωριμιών τους βολεύονται, γιατί το μέσον είναι πάνω από όλα και κάποιοι διορισμοί από την πίσω πόρτα γίνονται. Όλοι εμείς όμως που αναζητούμε εργασία και δεν εγκαταλείπουμε την επιστήμη που σπουδάσαμε πρέπει να προβάλουμε με όποιο τρόπο όλες τις αδικίες που γίνονται εις βάρος μας και να τις γνωστοποιούμε  συνεχώς στο ευρύ κοινό γιατί γνωρίζουμε πως λειτουργεί σωστά μια βιβλιοθήκη και πιστεύουμε ότι χρειάζεται να υπάρχουν, όπως τα σχολεία, τα νοσοκομεία, τα μουσεία... 

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

Μοναστηριακές συζητήσεις


Σε ένα ήσυχο μοναστήρι πολλά χιλιόμετρα μακριά από εδώ που κοιτά τον ήλιο να σβήνει στη θάλασσα βρεθήκαμε δύο ενθουσιώδεις βιβλιόφιλοι να μιλάμε για τον Μακριδάκη και τη Δεξιά τσέπη του ράσου. Προσπαθούσαμε να πείσουμε τους μοναχούς που μας κοίταζαν αποσβολωμένοι ότι πρέπει να το διαβάσουν. Είναι αλήθεια ότι διαβάζοντας αυτό το βιβλίο τη μοναχική ζωή σε μοναστήρι σκεφτόμουν και το τι θα περνούσε από το μυαλό ενός μοναχού αναγνώστη. Δεν ξέρω αν τους πείσαμε να διαβάσουν αυτό ή κάποιο άλλο βιβλίο, εγώ πάντως κέρδισα το πρώτο βιβλίο του Χιώτη συγγραφέα, αυτό με το οποίο συστήθηκε στο αναγνωστικό κοινό.

Ο Ανάμισης ντενεκές εκδόθηκε το Μάιο του 2008 και μέχρι τον Δεκέμβριο του έτους εκείνου είχε τυπωθεί τέσσερις χιλιάδες φορές και ακόμη συνεχίζει πόσο μάλλον μετά την περσινή επιτυχία της θεατρικής παράστασης.
Ο συγγραφέας βρίσκεται στην πανέμορφη Βιβλιοθήκη Κοραή της Χίου κι ένας αποσπασμένος εκπαιδευτικός (η λέξη βιβλιοθηκονόμος δεν υπάρχει ούτε στην ελληνική λογοτεχνία, φευ!) τον βοηθά να βρει την αλήθεια πίσω από έναν θρύλο μέσω του τοπικού τύπου της εποχής εκείνης.
To 1915 o Γιώργης Πέτικας σκότωσε τον καλύτερο του φίλου εξαιτίας μιας γυναίκας που ήθελε να γίνει δική του κι έκτοτε έζησε μια περιπέτεια που έμελλε να γίνει θρύλος. Για να γλυτώσει τη φυλακή κρύβεται για πολλά χρόνια στα δύσβατα και κατάφυτα βουνά της Χίου. Η αδυναμία της χωροφυλακής να τον εντοπίσει, αλλά και η βοήθεια που του παρέχουν οι συγχωριανοί του, καθώς ήταν αγαπητός, συντέλεσαν ώστε η ιστορία του να επιζήσει πολλά χρόνια στην προφορική παράδοση της Χίου. Παρόλο που ήταν δολοφόνος, η παράδοση τον εξύμνησε ως ήρωα καθώς κατάφερε να ρεζιλέψει ολόκληρη την χωροφυλακή και τον αρχηγό της Πλαπούτα.

Πίσω από την αληθινή ιστορία του θρύλου φανερώνονται στον αναγνώστη κομμάτια της ιστορίας του νησιού. Την εποχή εκείνη η Χίος μόλις έχει προσαρτηθεί στην Ελλάδα, στους δρόμους της βρίσκονται πρόσφυγες που διχάζουν την τοπική κοινωνία και η χώρα ετοιμάζεται να εισέλθει σε έναν πόλεμο που τρέφεται από τη Μεγάλη Ιδέα. Η ιδιαίτερη γλώσσα στην οποία είναι γραμμένο αποτυπώνει στο χαρτί την ντοπιολαλιά του πιο όμορφου νησιού του Αιγαίου που ο συγγραφέας φαίνεται να αγαπά βαθύτατα.

Η Χίος γίνεται ακόμη πιο όμορφη έχοντας έναν συγγραφέα να σμιλεύει την ιστορίας της, την παράδοσή της και τα χώματά της, όμορφη και τυχερή. 

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

Λογοτεχνία και Ολυμπιακοί Αγώνες


Λίγο πριν την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του Γιώργο Μαυρωτά το Θεώρημα της επτάδας και αποτέλεσε μια πολύ καλή εισαγωγή πριν ο αθλητισμός εισβάλει στη ζωή μας μέσα από τις οθόνες της τηλεόρασης, όπως συμβαίνει κάθε τέσσερα χρόνια τέτοια εποχή. Το καλό αυτής της παγκόσμιας γιορτής του αθλητισμού είναι η γνωστοποίηση και η προβολή όλων των αθλημάτων και η παρακολούθηση αγώνων μεταξύ των καλύτερων αθλητών παγκοσμίως.
Γυρνώντας από ένα ταξίδι στην Ευρώπη στο οποίο συνάντησα σε κάθε πλατεία και σε κάθε δρόμο ανθρώπους να γυμνάζονται, να τρέχουν και να ποδηλατούν, κατάλαβα πόσο μακριά από την κουλτούρα μας είναι ο υγιεινός τρόπος ζωής και πόσο πίσω έχουμε μείνει, προσκολλημένοι στην καθιστική ζωή με καφέ και τσιγάρο, τάση παλαιότερων δεκαετιών. Με όποιον τρόπο και να «εισβάλλει» ο αθλητισμός στη ζωή μας μόνο για καλό μπορεί να είναι, και η λογοτεχνία σίγουρα μπορεί να είναι ένα μέσο. Στην αθλητική λογοτεχνία εντάσσει ο συγγραφέας το βιβλίο αυτό και είναι το πρώτο βιβλίο που διαβάζω και τοποθετείται σε αυτήν την κατηγορία.
Ο συγγραφέας ασχολήθηκε με το πόλο επί δεκαέξι χρόνια, συμμετείχε σε πέντε Ολυμπιάδες ενώ τα τελευταία πέντε χρόνια της καριέρας του ήταν ο αρχηγός της εθνικής ομάδας. Το πλούσιο βιογραφικό του δεν σταματά στον αθλητισμό αφού παράλληλα με την αθλητική καριέρα του σπούδασε στη Σχολή Χημικών Μηχανικών του Ε.Μ.Π., έκανε το διδακτορικό του και σήμερα είναι αναπληρωτής καθηγητής. Αναμφίβολα η ζωή του κρύβει πολλές εντάσεις και εναλλαγές που έπρεπε να αποτυπωθούν στο χαρτί.
Οι δύο αυτές ενασχολήσεις του, αθλητική και ακαδημαϊκή, λογοτεχνούνται μέσω δύο ηρώων, του Λουκά και του Φίλιππου, στενοί φίλοι από την παιδική τους ηλικία. Όλη η πορεία του πρώτου στον αθλητισμό δοσμένη απλά και ευανάγνωστα. Οι επιτυχίες και οι αποτυχίες, οι αγωνίες, οι χαρές, οι διαμάχες και όλα τα υπόλοιπα συναισθήματα του ομαδικού αυτού αθλήματος έρχονται να μυήσουν και τον πιο απαίδευτο αναγνώστη στους όρους του πόλου και στην αξία του αθλητισμού. Ο Φίλιππος ένας φανατικός θαυμαστής και οπαδός του αθλητή Λουκά πετυχαίνει στις εξετάσεις να μπει σε μια ακαδημαϊκή σχολή και ο ζήλος που δείχνει τον οδηγούν στην εκπόνηση διδακτορικού και στη διεκδίκηση ακαδημαϊκής θέσης.
Ο συγγραφέας μάλλον επιλέγει να αναδείξει τον αθλητισμό αλλά και τον ακαδημαϊκό χώρο μέσω της ωραιοποιημένης τους μορφή προς τέρψη του αναγνώστη, δημιουργώντας ένα ανάλαφρο και καλοκαιρινό ανάγνωσμα. Ο Μαυρωτάς, με αρκετή δόση χιούμορ, περιγράφει στιγμές από τη ζωή του μπερδεμένες με τον μύθο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι καθώς έγραφε αυτές τις λέξεις οι μνήμες του γέμιζαν από τις ευχάριστες στιγμές της ζωής του δημιουργώντας ένα βιβλίο που αγαπά τον αθλητισμό αλλά και δευτερευόντως αγαπά και την ακαδημαϊκή έρευνα, τη διδασκαλία και την ενασχόληση του ανθρώπου με την επιστήμη.
Και όλα αυτά τα γράφω καθώς βλέπω την εθνική ομάδα πόλο να αγωνίζεται με εκείνη της Σερβία, που όπως έμαθα, είναι μια χώρα που έχει παράδοση στο άθλημα αυτό. 

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Τα βιβλία της βαλίτσας



Τα βιβλία ταξιδεύουν όπως και οι άνθρωποί τους. Στριμώχνονται σε βαλίτσες μπαίνουν, σε αεροπλάνα, καράβια, αυτοκίνητα και από τη μία στιγμή στην άλλη βρίσκονται σε άλλη χώρα, τοποθετούνται σε ξένα ράφια, ακούνε διαφορετικούς ήχους αλλά πάντα τα καλύπτει η ίδια σκόνη, αναπόφευκτα. Ξέρουν ότι είναι σπουδαία, καταλαβαίνουν ότι επιλέχθηκαν με μεγάλη προσοχή και ότι θα διαβαστούν με ευλάβεια. Βεβαίως, στα ξένα μέρη είναι ακόμη πιο πολύτιμα καθώς είναι μοναδικά. Είναι που είναι γραμμένα σε μια σπάνια γλώσσα.
Καταλαβαίνουν κιόλας ότι επιβαρύνονται και με ένα δύσκολο έργο. Οφείλουν να κρατήσουν καλή συντροφιά στον κάτοχό τους, να διαρκέσουν όσο το δυνατόν περισσότερο και να προσφέρουν τη μεγαλύτερη δυνατή παρηγοριά τις ώρες που θα αισθάνεται εκείνη την αβάσταχτη μοναξιά της ξενιτιάς να τον πλακώνει. Για φαντάσου να έχουν κάνει όλα αυτό το ταξίδι, να έχουν σχεδόν τσαλακωθεί με τις τόσες αναταράξεις και με το που θα φτάσει εκείνη η σωτήρια ώρα να ελευθερώσουν τις λέξεις τους, να νιώσουν ότι ο αναγνώστης τους βαριέται. Σίγουρα αυτός θα σκεφτεί ότι έπρεπε να είχε επιλέξει για συνταξιδιώτη κάποιο άλλο βιβλίο, ίσως εκείνο το άλλο που γλυκοκοίταγε στο βιβλιοπωλείο όταν με τις ώρες τα κρατούσε δίπλα δίπλα και έστεκε αναποφάσιστος.
Ποιο βιβλίο θα ήθελε να βρεθεί σε αυτήν την θέση και ποιος αναγνώστης...
Εντελώς αγχωμένα έμειναν να περιμένουν για εκείνη την ώρα της αποκάλυψης και κρυφοκοίταγαν ζηλόφθονα τον ιδιαίτερο πράσινο φίλο τους που είχε ήδη ξεκινήσει να διαβάζεται, να ξαπλώνει στο κρεβάτι, να τεντώνεται, να ξεφυλλίζεται, να αράζει πότε στον καναπέ και πότε στο μαξιλάρι. Ιδιαίτερος γιατί δεν τον είχαν συναντήσει σε κάποιο βιβλιοπωλείο, μάλλον ή ήταν νεοτυπωμένος ή πολύ σπάνιος. Είχε και περίεργο όνομα, άκου Ρωμανός ο ψηφωτής στη Ραβέννα και άλλες βυζαντινές διηγήσεις. Αλλά σίγουρα θα είχε κάτι το πολύ ιδιαίτερο για να ήταν το πρώτο βιβλίο που ξεκίνησε ο κάτοχός τους, δεν εξηγείται αλλιώς.
Όμως βλέπεις, άλλες οι βουλές του Αλλάχ και τίποτα από όλα αυτά που φαντάστηκαν δεν έγινε. Αντ' αυτού έμειναν μόνα τους. Μετά από πολυήμερη αναμονή στριμώχτηκαν πάλι σε μια βαλίτσα και εκ του αποτελέσματος κατάλαβαν ότι ταξίδεψαν το ταξίδι της επιστροφής. Βρέθηκαν από εκεί που ξεκίνησαν, ευτυχώς όχι πάλι στο βιβλιοπωλείο αλλά σε ένα πηγμένο πράγματα σπίτι. Τους έφυγε ένα μεγάλο άγχος, γιατί άκουγαν γνώριμες λέξεις που σημαίνει ότι δεν ήταν πια μοναδικά, επιφορτισμένα με το δύσκολο έργο της απολαυστικής ανάγνωσης, ένιωθαν όμως κι ότι είχαν χάσει και ένα μέρος από τη σπουδαιότητα τους.
Παρ' όλ' αυτά συνεχίζουν να βρίσκονται σε μια μισοανοιγμένη βαλίτσα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, βλέπουν τον άνθρωπό τους να διαβάζει ένα νέο βιβλίο.
Ή ο κάτοχος τους είναι τρελός ή ετοιμάζονται για νέο ταξίδι ή και τα δύο... αλίμονο!