Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Εκδόσεις Κέδρος: κομμάτι της ιστορίας

Ακούω τώρα τελευταία ότι εξαιτίας της οικονομικής κατάστασης κάποιοι εκδοτικοί οίκοι δεν θα επιβιώσουν, θα εξαφανιστούν και τα βιβλία τους σίγα σιγά θα σταματήσουν να κυκλοφορούν στο εμπόριο. Θα τα βρίσκει κανείς μόνο σε σκονισμένα ράφια βιβλιοθηκών και παλαιοβιβλιοπωλείων. Τα Ελληνικά Γράμματα έκαναν την αρχή.
Ένας μεγάλος αριθμός εκδοτικών οίκων κατέχει στα αρχεία του κομμάτια της ιστορίας της ελληνικής εκδοτικής βιομηχανίας. Ιστορικοί εκδοτικοί οίκοι που δραστηριοποιούνται πάνω από μισό αιώνα που επιβίωσαν σε δύσκολους καιρούς και συνεχίζουν παντρεύοντας την ιστορία και την παράδοση με τις νέες τεχνολογίες και με πλήθος καινοτομιών.
Ένας τέτοιος εκδοτικός οίκος είναι και οι εκδόσεις Κέδρος που το 2004 συμπλήρωσε τα 50 χρόνια ζωής και για το λόγο αυτό κυκλοφόρησε τον επετειακό τόμο. Άργησα πολύ να μάθω για την ύπαρξη του τόμου και μόλις το έμαθα ανυπομονούσα να διαβάσω τη δική του ιστορία.
Ο εκδοτικός οίκος ξεκίνησε να λειτουργεί λίγο μετά το τέλος του Εμφυλίου, σε χρόνια δύσκολα που η ανάγνωση βιβλίων ήταν σχεδόν απαγορευτική πόσο μάλλον η έκδοσή τους. Ο Νίκος και η Νανά Καλλιανέση εκδίδουν το Δεκέμβριο του 1954 το πρώτο τους βιβλίο τη βιογραφία του ποιητή Εμίλ Βεράρεν του Τσβάιχ. Τρία σημαντικά ονόματα Ελλήνων λογοτεχνών θα σφραγίσουν την πορεία του Κέδρου τα αμέσως επόμενα χρόνια: Κώστας Βάρναλης, Γιάννης Ρίτσος, Στρατής Τσίρκας. Είναι τα πρώτα ονόματα που μπαίνουν στον κατάλογο του εκδοτικού οίκου και θα χαράξουν την ιστορία του. "Ένας εκδότης προσφέρει στην πνευματική ζωή του τόπου του και μένει ο ίδιος στην ιστορία, στο βαθμό που στηρίζει και αναδεικνύει τους συγγραφείς της χώρας τους" τους έλεγε ο Ρίτσος, λόγια που κάθε άλλο παρά αψήφισαν. Το 1961 βρίσκεται στο χείλος της χρεοκοπίας αλλά η δυναμικότητα, η αποφασιστικότητα, η δημιουργικότητα το πείσμα και η ευαισθησία της Νανάς δεν επιτρέπει να συμβεί κάτι τέτοιο και νέα σημαντικά ονόματα προστίθενται στον κατάλογο: Λουντέμης, Σωτηρίου, Πανσέληνος και πάει λέγοντας.
Μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου ο Κέδρος είναι από τους εκδοτικούς οίκους που δέχεται το μεγαλύτερο πλήγμα (εκτός από το Θεμέλιο που υποχρεώνεται να κλείσει) διότι απαγορεύεται η διακίνηση όλων σχεδόν των βιβλίων του, πολλοί συγγραφείς εξορίζονται και οι άλλοι αρνούνται να υποβάλλουν τα έργα τους για έγκριση στο Γραφείο Τύπου. Οι εκδότες στρέφονται αλλού ώστε να μπορέσουν να επιβιώσουν, στρέφονται στις μεταφράσεις και στο παιδικό βιβλίο. Μετά την πτώση της δικτατορίας η πνευματική ζωή του τόπου γνωρίζει μια πρωτοφανή άνθηση αφού οι ιδέες κυκλοφορούν πλέον ελεύθερα και οι συγγραφείς δημιουργούν χωρίς δεσμεύσεις.
Το 1985 η επιχείρηση μεταβιβάζεται στον Ευάγγελο Παπαθανασόπουλο και στην Κάτια Λεμπέση, συνεργάτες του εκδοτικού οίκοι στον τεχνικό τομέα της παραγωγής, άνθρωποι που διευθύνουν ακόμη τον ιστορικό αυτόν εκδοτικό οίκο.

Η επιβίωση των ιδεών και των ονείρων σε δύσκολους καιρούς φαντάζει μύθος, ωστόσο η ιστορία αποδεικνύει ότι όλα εξαρτώνται από την οξυδέρκεια, την όρεξη, το θάρρος και την αποφασιστικότητα ανθρώπων που θέλουν να παραμείνουν δημιουργικοί και κατ' επέκταση ζωντανοί.
Μένω με αυτές τις σκέψεις κλείνοντας τον επετειακό αυτόν τόμο και με ένα χαμόγελο για τις χειρόγραφες λέξεις που κοσμούν τη σελίδα τίτλου νιώθοντας τυχερή που έχω φίλους, βιβλία, όνειρα.
Άνθρωποι, βιβλία, όνειρα που έχουν τη δική τους μοίρα.

Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

Λέξεις πάνω στις λέξεις

Με θαυμαστική φρίκη άκουσε η Librarian ότι δεν το είχα διαβάσει αυτό το βιβλίο όταν κυκλοφόρησε το 2003 και το διάβαζα τώρα από αντίτυπο της ανατύπωσης του Μαρτίου 2008. Και εγώ η ίδια αναρωτιέμαι με τον εαυτό μου που δεν το είχα περιλάβει στο αναγνωστικό μου ρεπερτόριο έως σήμερα. Πώς συνέβη είναι απορίας άξιο. Τέλος πάντων, αναπλήρωσα με μεγάλη χαρά το ολοφάνερο κενό. Τόσο που δεν ήθελα να τελειώσει και το στάλαζα αράδα αράδα σελίδα σελίδα για να διαρκέσει ακόμα λίγο περισσότερο. Μόλις κυκλοφόρησε ο τελευταίος Σαραμάγκου, επίσπευσα το διάβασμα γιατί ήξερα ότι και η επόμενη ανάγνωση έφερνε την εγγύηση πνευματικής χαράς. Το πρωτότυπο είχε κυκλοφορήσει στην Γαλλία το 1964, με άλλα λόγια 39 χρόνια νωρίτερα, όταν ο συγγραφέας του ήταν ήδη γνωστός για τις νουβέλες του και είχε αναγνωριστεί η πρωτοτυπία του στοχασμού του. Αποτελούσε έμπνευση ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο, για έναν πιο δίκαιο κόσμο.
Έργο βαθιά και ουσιαστικά αυτοβιογραφικό του Jean-Paul Sartre (1905-1980) με τίτλο Οι Λέξεις (μετάφραση Ειρήνης Τσολακέλλη, εκδόσεις Άγρα, 331 σ.). Βιβλίο που το πηγαινόφερε για μια δεκαετία πριν το βγάλει σε κοινή θέα. Μέσα από τις λέξεις ανακαλεί την παιδική του ηλικία, με λέξεις περιγράφει την κατάκτηση της ανάγνωσης πρώτα και της γραφής στην συνέχεια, με λέξεις έχει πλάσει την ύπαρξή του ανασηκώνοντας
και εισχωρώντας μέσα από τα πέπλα της μικρής του οικογένειας, του στενού περιβάλλοντός του, της πολλαπλής κοινωνικοποίησης. Λέξεις που φτιάχνουν ιστορίες που κάνουν μαγικά στον κόσμο που ζουν, τον έντυπο αλλά και στον κόσμο που ζούμε εμείς, αυτόν που αποκαλούμε πραγματικό. Η πρόσληψη και η κατανόηση του πραγματικού διασχίζεται πάνω στις λέξεις, με το σχήμα και την δύναμη που κάθε φορά παίρνουν, που τους δίνουμε.
Οι Λέξεις δομούνται σε δύο ποσοτικά ισομοιρασμένα μέρη: 1. Διαβάζω και 2. Γράφω. Στο πρώτο μέρος μαζί με τα διαβάσματά του, που περιλαμβάνουν και «κακά αναγνώσματα» (περιπέτειες τύπου κόμικς της εποχής), ακούμε πολλά για την κατάσταση της ζωής του, σε πλαίσιο ιστορικό, σε αναλογία και σύγκριση, για τον τρόπο που διαβάζει τον περίγυρο πρώτα χωρίς γράμματα, στις κινήσεις, τα νεύματα, τις συσπάσεις, τους τόνους και τις χροιές, με ή και χωρίς λέξεις. Οι επιδράσεις και οι προσδοκίες των αγαπημένων προσώπων που βαραίνουν, καθορίζουν ή και φορές ισοπεδώνουν. Τα λόγια λέγονται, εννοούν και υποεννοούν, ανοίγουν χαραμάδες, οδηγούν σε αποκλεισμούς και συμπεράσματα. Μα όλα αφορούν την παιδική ηλικία, εκείνη αναλύοντας, ξετινάζοντας τις σκόνες της, εξορκίζει και σταματά. Δεν προχωρά πέρα από το σχολείο, το δημοτικό, τα δώδεκα χρόνια. Και αν σε μερικούς έμοιαξε με «ναρκισσιστική προβληματική», περισσότερο ταιριάζει με δημόσια κατευθυνόμενη ψυχανάλυση που σκοπό έχει την απελευθέρωση, την εξομολόγηση, μια επιθυμιά για γνωριμία σε έναν τόπο που δεν πονά πια, ένας αποχαιρετισμός, ίσως και για δικαιώσεις.
Το μέρος με τα γραψίματα σταματά και αυτό απότομα, δεν αναφέρεται σε διαδικασίες γραφής που αφορούν ώριμά του κείμενα. Έγραφε, μας λέει ξάστερα, «για την ευχαρίστησή μου»(σ. 175) και τότε αισθανόταν κυρίαρχος του κόσμου, δημιουργός εξουσιαστής απαλλαγμένος από κάθε αληθοφάνεια επέτρεπε στον εαυτό του να φανταστεί τα πάντα, καταργούσε κάθε σύνορο, έπιανε «τα πράγματα ζωντανά, στην παγίδα των φράσεων: αν συνδύαζα έξυπνα τις λέξεις, το αντικείμενο, πιανόταν αιχμάλωτο στα σύμβολα, το κρατούσα» (σ. 219). Ξεπερνούσε το σημαντικό, ακόμα και το καθοριστικό ήταν η ουσία του και θα παραθέσω: «Γεννήθηκα από το γράψιμο… Γράφοντας, υπήρχα, δραπέτευα από τους μεγάλους, αλλά υπήρχα μόνο για να γράφω και, όταν έλεγα «εγώ», αυτό σήμαινε: εγώ ο οποίος γράφω. Δεν έχει σημασία: γνώρισα τη χαρά: το δημόσιο παιδί είχε ιδιωτικές συναντήσεις με τον εαυτό του.» (σ. 184). Η ύπαρξη του παιδιού Σαρτρ ισούται με το γράψιμο, περνούσε από τον δημόσιο χώρο σε επικοινωνία με τον εαυτό του για να μπορεί να ξαναπεράσει στον δημόσιο με άλλους όρους εφόσον υπήρχε δυνατότητα να διαβαστεί.
Η αναθεωρημένη έκδοση περιλαμβάνει επίμετρο με σχετικές συνεντεύξεις (όπου απαρνιέται την λογοτεχνία, «έχω περάσει στην αντιπέρα όχθη») και ένα χρονολόγιο του συγγραφέα.
Με λύπη κλείνω το οπισθόφυλλο και ετοιμάζομαι να το βάλω στο ράφι.

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Και για άλλες βιβλιοθήκες

Ενώ είχα πει να βάλω ένα βιβλίο σε τούτη την ανάρτηση, δεν βγαίνει. Βγαίνει βιβλιοθήκη και πάλι και δεν θα το παλέψω, θα το ακολουθήσω γιατί το νιώθω πιο ζωντανό. Μετρημένες είναι οι βιβλιοθήκες μας που έχουν μακρύ παρελθόν, ιστορία και παράδοση, λίγες που κατάφεραν να επιβιώσουν και να εξακολουθούν να επιτελούν έργο, να μορφώνουν, να ψυχαγωγούν το πνεύμα και να ενημερώνουν. Μια από αυτές που μου έρχεται εύκολα στο νου είναι η Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρέων που πέρσι συμπλήρωσε 100 χρόνια ύπαρξης και τα γιόρτασε με μια συνάντηση απολογισμού και μελλοντικών σχεδιασμών ανάμεικτα με ανησυχίες. 100 χρόνια από την ίδρυσή της θα κλείσει, την επόμενη χρονιά, το 2011, και η Βιβλιοθήκη του Λυκείου των Ελληνίδων στην Αθήνα (Δημοκρίτου 14, τηλ.:210 36 11 042, http://www.lykeionellinidon.gr ). Η ιστορία του Λυκείου και της Βιβλιοθήκης του συμπεριλαμβανομένης, θα κυκλοφορήσει σε τόμο σύντομα, οπότε δεν θα σταθώ στην ιστορική διαδρομή και προσφορά του Λυκείου στο ζήτημα της γυναικείας χειραφέτησης και του ρόλου του στην διατήρηση της ελληνικής κληρονομιάς όσον αφορά την ελληνική παραδοσιακή μουσική και χορούς (ειδικά από τότε που καταργήθηκε η διδασκαλία τους από την Μέση Εκπαίδευση και τον τομέα ανέλαβαν οι τοπικοί σύλλογοι, έχασε και την αξία του στα πρώτα βήματα εξευρωπαϊσμού της χώρας).
Η Βιβλιοθήκη του Λυκείου είναι δανειστική και έχει χαρακτήρα «λαϊκής βιβλιοθήκης». Τα μέλη δεν πληρώνουν επιπλέον συνδρομή και τα μη μέλη καλούνται να καταβάλουν μικρή μηνιαία συνδρομή (5€) για να έχουν το δικαίωμα δανεισμού όσων βιβλίων μπορούν να «καταναλώσουν» για το διάστημα των δύο εβδομάδων.
Οι «δυνατές» του συλλογές είναι η λογοτεχνική, ελληνική και ξενόγλωσση, και η λαογραφική που υποστηρίζει και το κομμάτι της επιστημονικής έρευνας που αφορά την ελληνική και βαλκανική παράδοση. Συμπληρώνεται και από άλλες θεματικές κατηγορίες. Υπάρχει, όμως και μια άλλη συλλογή, πολύ ιδιαίτερη. Ας κάνουμε μια μικρή αναφορά σε αυτήν, λοιπόν.
Τον Φεβρουάριο του 2005 άρχισε να επαναλειτουργεί η Παιδική και Εφηβική Δανειστική Βιβλιοθήκη του Λυκείου των Ελληνίδων που παρέμεινε αδρανής για πολλά χρόνια. Για ξεκίνημα και με το ποσό που διατέθηκε, αγοράστηκαν οκτώ βιβλία. Έγιναν πραγματικά ανάρπαστα. Η ιδέα δανεισμού, τα Σάββατα κυρίως που έρχονται τα παιδιά για το μάθημα των ελληνικών χορών, βρήκε μεγάλη ανταπόκριση. Βιβλία διαβάζονται και επιτόπου, την ώρα της αναμονής των μαμάδων, μπαμπάδων, μικρότερων αδελφών. Η διαδικασία έγινε κομμάτι
αναπόσπαστο του Σαββάτου, ημέρας προσμονής για καινούριο βιβλίο, για νέο πάρε δώσε. Αγοράστηκαν και άλλα βιβλία, εκδότες ευγενικά πρόσφεραν εκδόσεις τους αλλά πάνω από όλα την Βιβλιοθήκη την πλούτισαν τα ίδια τα παιδιά. Βιβλία διαβασμένα έρχονταν και τα προσέφεραν στην Βιβλιοθήκη, μια συμβολή με δική τους πρωτοβουλία, μια έκφραση αυθόρμητη και συγκινητική. Αναπτύχθηκε η συλλογή κάνοντας τα παιδιά υπερήφανους και καθοριστικά ενεργούς μέτοχους. Τα διπλά και τριπλά βιβλία προωθούνται σε άλλες βιβλιοθήκες που έχουν εκφράσει ενδιαφέρον να λαμβάνουν βιβλία, με την σύμφωνη γνώμη και σε γνώση των νεαρών δωρητών. Έτσι συνεχίζει να μεγαλώνει και σήμερα διαθέτει πάνω από 1.500 τίτλους.
Ο παραπάνω τρόπος ανάπτυξης της Βιβλιοθήκης είναι αποδοτικός και βασίζεται στην συμμετοχή και εγρήγορση των ίδιων των ενδιαφερομένων, θα μπορούσε να είναι ένας από τους τρόπους να πάρουν τα πάνω τους και σχολικές βιβλιοθήκες, να διευρυνθεί η αξιοποίηση πνευματικών αγαθών μέσα στην σχολική ομάδα. Μου φαίνεται…

Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

Δώρου αξία

Μου αρέσουν τα δώρα που είναι μια σκέψη, απαλλαγμένα από τυπικότητες, γιορτές και υποτιθέμενες χαρές. Εκεί στη βόλτα συναντάς κάτι και συνειρμικά σκέφτεσαι κάποιον που μάλλον θα ήθελε/ς να το έχει. Για μια τέτοια απόδειξη σκέψης θα μιλήσω.
Πρόκειται για ένα εικοσιτετρασέλιδο βιβλίο (;) που περιέχει την ομιλία του Ντάριο Φο, η οποία εκφωνήθηκε τη βραδιά της 7ης Δεκεμβρίου του 1997, στην απονομή του βραβείου Νόμπελ, ενώπιον της Σουηδικής Ακαδημίας και των προσκεκλημένων στην τελετή. Ο τίτλος της ομιλίας είναι «Εναντίον των γελωτοποιών» που στην ουσία είναι και ο νόμος που είχε θεσπίσει ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος Β’ στη Μεσίνα το 1221 και όριζε ότι οποιοσδήποτε πολίτης επιτρεπόταν να βιαιοπραγήσει ατιμωρητί εναντίων των γελωτοποιών. Ο Ιταλός Ντάριο Φο, 84 χρονών σήμερα, συνεχίζοντας την παράδοση των γελωτοποιών και των τροβαδούρων του μεσαίωνα επέλεξε να γράφει σατιρικά έργα κυρίως θεατρικά, στα οποία κριτικάρει με ένα δικό του τρόπο τις αδικίες της κάθε εξουσίας. Εξαιτίας του καυστικού του ύφους δέχτηκε πολλές φορές πυρά και διέτρεξε κινδύνους αλλά παράλληλα αναγνωρίστηκε από ένα μεγάλο μέρος του αναγνωστικού κοινού. Στην ομιλία του δε διστάζει να αυτοχαρακτηριστεί παραμυθάς, γελωτοποιός ακόμη και κλόουν και να συγχαρεί τους Ακαδημαϊκούς για τη ριψοκίνδυνη επιλογή τους να του δώσουν αυτό το βραβείο. Μένω στη λέξη «παραμυθάς» και ξαναδιαβάζω το σημείο της ομιλίας του που αναφέρεται στους παραμυθάδες της περιοχής του, οι οποίοι του δίδαξαν την τέχνη να σκαρώνει φανταστικές ιστορίες και να κρύβει μέσα τους τραγικό σαρκασμό. Μοιράζεται το βραβείο του με τους παραμυθάδες αυτούς, όπως επίσης με τον θεατρικό συγγραφέα της αναγεννησιακής Ευρώπης Ρουτζάντε Μπεόλκο, τον οποίο αποκαλεί τον πιο μεγάλο του δάσκαλο μαζί με τον Μολιέρο. Κυρίως όμως αφιερώνει το βραβείο στη γυναίκα του, συγγραφέα Φράνκα Ράμε, που αναφερόμενος σε αυτή κλείνει και την ομιλία του. Κρατάω εδώ κάτι από αυτά που είπε για τη σύντροφό του στη ζωή και στην τέχνη: «Η Φράνκα είναι πολύ κοφτερό μυαλό, πιστέψτε με. Ένας δημοσιογράφος την ρώτησε: «Πώς αισθάνεστε ως σύζυγος ενός κατόχου του βραβείου Νόμπελ! Που έχετε στο σπίτι σας ένα μνημείο;» Εκείνη του απάντησε: «Δεν ανησυχώ. Δεν το θεωρώ καθόλου μειονέκτημα. Εκπαιδεύομαι πολύ καιρό. Κάθε πρωί κάνω τις ασκήσεις μου. Γονατίζω και ακουμπάω τις παλάμες στο πάτωμα, οπότε γυμνάζομαι για να γίνω το βάθρο του μνημείου. Έχω γίνει καλή σε αυτό». Χωρίς αυτή στο πλευρό μου, και την έχω μια ολόκληρη ζωή, ποτέ δεν θα είχα πραγματοποιήσει το έργο που κρίνετε άξιο να τιμήσετε». Αξίζει να αναφερθεί ότι χρήματα που συνόδευαν το βραβείο, ένα εκατομμύριο δολάρια, διατέθηκαν στον αγώνα απελευθέρωσης τριών πολιτικών κρατουμένων, υπεύθυνοι για τη δολοφονία του αστυνομικού διοικητή Καλαμπρέζι στο Μιλάνο το 1972.
Κλείνοντας το βιβλίο μένω με μια ευχάριστη γεύση μιας ομιλίας ενός ξεχωριστού για πολλούς λόγους ανθρώπου και μένει στα χέρια μου ένα ξεχωριστό για πολλούς λόγους δώρο.

Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού, ίσως από τα πιο γνωστά του έργα.

Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Λέξεις

Κυκλοφορώ στο διαδίκτυο, κοινωνικό δικτυακό μέσο (social network) το λένε κιόλας, έχοντα επιφέρει τόσες αλλαγές στη ζωή τόσων ανθρώπων που απορούν και οι ίδιοι. Από δω και από εκεί, περιπλανήσεις χωρίς ειρμό, ένα γενικό χάζεμα σε τόπους γεμάτους εικόνες και λόγια, σύντομα, κωδικά, συνθηματικά, συχνά πυκνά δανεικά, σχολιασμούς, σκέψεις, περιγραφές, ειδήσεις. Πρόσωπα που σε αντικρίζουν, αυτοσυστήνονται επιλεκτικά, αναδεικνύουν και παραλείπουν. Αριστερά διπλά κλικ όλο ανοίγουν οθόνες μέσα στις οθόνες, χωρίς προσδοκώμενο τέλος και αρχή, ένα πολυκατάστημα παραστάσεων, κοντοστέκεσαι, προσπερνάς, ίσως να ξαναγυρίσεις, αφήνεις ίχνη σε αριθμούς, σε σχόλια. Μέσα από μια τέτοια βόλτα πέφτω πάνω σε ένα βιβλίο, αρχικά δεν ξέρω ότι είναι ποίηση, Νικόλας Αλ. Σεβαστάκης, Οι χειμώνες της μνήμης, εκδόσεις περιοδικού Πανοπτικόν, Φεβρουάριος 2010. Με τραβάει ο τίτλος. Η λέξη «μνήμη» είναι άρρηκτα δεμένη με το γραπτό. Οι χειμώνες της μνήμης, μια μνήμη που έχει πολλά να θυμηθεί, μήπως μας μιλά για τις λειτουργίες της; Ας το εξερευνήσω. Πάλι ξεστρατίζω από το διάβασμα που περιμένει υπομονετικά, με ένα μολύβι για σελιδοδείκτη.
Χμ, κλείνει τελικά ποίηση, θα έπρεπε να το είχα μαντέψει. Την κουβαλάω μαζί μου μέσα στο σπίτι και έξω. Διαβάζω κάθε σελίδα, κάθε ποίημα πολλές φορές, έως να το αισθανθώ, κάπως να μείνει. Και τώρα που τα κατάφερα, δεν επιθυμώ να μπω σε αναλύσεις, επεξηγήσεις, ερμηνείες. Επιθυμώ να τα μοιραστώ ατόφια, καιρό έχουμε να πούμε για ποίηση. Ξεχωρίζω τρία που λένε για λέξεις και για μνήμη, μα δεν είναι τα μόνα, είναι τρία από πολλά.

Επαναλήψεις
Τα χρώματα να συνεχίζουν να σε σφάζουν
με τις λεπίδες του ανεξήγητου
να σου προφέρουν δυο μάτια ολοκαίνουργια
για αυτή την ίδια χιλιοειπωμένη λέξη.

Δίχως προστασία
Από τη μνήμη πώς να φυλαχτείς
που ακόμα και όταν ψεύδεται
μπορεί και αληθεύει
κρατώντας πρακτικά από τα ανέφικτα
πρωινά της ζωής μας

Πώς χάνεται το ποίημα
Έγινες αίφνης ομιλητικός από αχαριστία
στον στίχο που σε ήθελε
ζητώντας κάποιες παύσεις
Με αυθάδεια βγήκες στον αφρό
για να χαθείς
εκεί όπου οι λέξεις σου σημαίνουν
μια ύπουλη υπεκφυγή

Οι χειμώνες της μνήμης, από όλες τις εποχές του χρόνου, χειμώνες, όχι καλοκαίρια, άνοιξες ή ακόμα ακόμα φθινόπωρα, χειμώνες, εποχή κρύου, καταιγίδας και αναστοχασμού, φτάνει τώρα τον τελευταίο μήνα του φθινοπώρου. Ταιριάζει.
Καλό μήνα!