Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

Αντιθέσεις

Αν η προηγούμενη ανάρτηση καταπιάστηκε με τα καροτσάκια βιβλίων στα πεζοδρόμια, την πραμάτεια τους, τους περαστικούς αγοραστές, αυτή η φορά βάζει από την μαγεία του πολύτιμου παρελθόντος, το πάθος ενός ιδιώτη για τα πρώτα ελληνικά βιβλία. Αν είχα χιούμορ σήμερα και δεν είχα στο νου να αποφύγω αξιολογικές κρίσεις και δεν ανησυχούσα και λίγο μην και το παρεξηγήσετε θα έλεγα ότι είναι πέρασμα «από τα αλώνια στα σαλόνια».

Την εβδομάδα που μας πέρασε είχα την πραγματική χαρά να δω με τα μάτια μου μια στα αλήθεια θαυμαστή βιβλιοθήκη που με πήρε μαζί της σε άλλους χρόνους περασμένους, ταξίδι σε ένα χώρο ολοκαίνουργιο που απέπνεε τον αέρα μιας εποχής άλλης, ας πούμε αρχοντικό σπίτι στην Βενετιά, εμπορικό κέντρο της Μεσογείου. Περιβάλλον υποβλητικό, χαλιά, κουρτίνες σε χρώματα της πορφυρής απόχρωσης, έπιπλα βιβλιοθήκης που επέτρεπαν και δεν επέτρεπαν. Επέτρεπαν να δει κανείς με ελευθερία και άνεση, άμεσα, τις ράχες και ορισμένα, ενδεικτικά επιλεγμένα βιβλία, και δεν επέτρεπαν την ίδια ώρα, απέτρεπαν το τράβηγμά τους. Είχα την χαρά να ακούσω με τα αφτιά μου την ιστορία της βιβλιοθήκης αυτής και τα σχέδια για το άμεσο παρόν και τις προσδοκίες για το μέλλον της. Και δεν μπορώ παρά με ενθουσιασμό να μοιραστώ την ιστορία μαζί σας.
Πλακέτα σε σημείο εμφανές και ευανάγνωστη έγραφε ότι η συλλογή βιβλίων του Κωνσταντίνου Στάικου εφεξής θα είναι Βιβλιοθήκη του Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης. Η συλλογή του Κ. Στάικου που άρχισε να χτίζεται την δεκαετία του 1970, περιλάμβανε περισσότερους από 1.400 τίτλους, περίπου 2.000 τόμους ελληνικών βιβλίων του 15ου αιώνα έως την Ελληνική Επανάσταση (αν κατάλαβα καλά). Κατατάσσονται σε πέντε βασικές ενότητες: Αναγέννηση-Ουμανισμός, Νεοελληνική Γραμματεία, Λειτουργικά βιβλία, Θεολογικά συγγράμματα, και Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Τυπωμένα σε μέρη της Δύσης, της Βαλκανικής και της Ανατολής. Τώρα ένας πλούτος συγκεντρωμένος σε δύο ειδικά διαμορφωμένες αίθουσες Αμαλίας 56, σε ειδικές συνθήκες φυλαγμένα, σκηνικό παρουσιασμένο με μεράκι από τον ίδιο τον συλλέκτη, ιστορικό του βιβλίου Κ. Στάικο για το οποίο δεν θα κάνω παραπάνω λόγο εδώ για να μην υποπέσω στην υπερβολή.

Έντυπος κατάλογος της Βιβλιοθήκης θα κυκλοφορήσει πολύ σύντομα, μέσα στον επόμενο μήνα, στα ελληνικά και στα αγγλικά. Θα περιλαμβάνει την πλήρη περιγραφή του κάθε εντύπου, και τις ιδιαιτερότητες του κάθε αντιτύπου αλλά δεν θα περιορίζεται σε τούτα, θα αναφέρεται στους δημιουργούς, συγγραφείς, εκδότες, τυπογράφους και όπου σώζεται θα δίνεται και η απεικόνιση της μορφής τους. Μια συγκεντρωμένη τύπου βάση πληροφοριών. Ο κατάλογος θα κρεμαστεί στο διαδίκτυο, εκεί για όλους να τον συμβουλεύονται μιας και θα είναι παραπάνω από απλός κατάλογος. Οι νέες προσκτήσεις, από αγορές και δωρεές, θα συμπληρώνονται εκεί, και εκεί, γίνονται τεκμήρια στην ψηφιακή θέα που μαρτυρούν την πορεία του ελληνισμού, της σκέψης, της γλώσσας μας. Και ναι, απίστευτο αλλά πραγματικό θα είναι ανοικτή στο κοινό για επιτόπια μελέτη. Και σε φοιτητές; ήταν η ερώτηση. Ναι, και σε φοιτητές, ήταν η απάντηση. Μακάρι, λοιπόν, να έχουν την ευκαιρία να δουν και να πιάσουν με τα ίδια τους τα χέρια όμορφα φτιαγμένα, πολύτιμα, σπάνια, ιστορικά βιβλία, να νιώσουν την διαφορετική υφή των σελίδων στα δάκτυλά τους, να δουν το χρώμα του χαρτιού υφασμένο με μυστικά σημάδια, τις χειροποίητες καλλιγραφίες και χρυσοτυπίες, τα κύματα της υγρασίας και κάθε ταλαιπώριας που έχει υποστεί, την στέρεη καθαρότητα του μελανιού που από καιρό έχει χάσει την μυρωδιά του για να αντικατασταθεί από άλλες.
Ήταν ωραία και έφυγα γεμάτη, έτσι δεν μπαίνω σε ερωτήματα του τύπου μήπως η δωρεά θα έπρεπε να έχει άλλον αποδέκτη, θα έπρεπε να ενδυναμώσει υπάρχουσα συλλογή ώστε να αποφεύγεται η διάσπαση. Ο Κ. Στάικος μίλησε για την επιλογή του και την υποστήριξε γερά και θετικά, νιώθει ότι από αυτήν την θέση, με όλες τις παραπάνω συμπληρωματικές κινήσεις και προγραμματισμό θα λειτουργήσει σε πολλαπλές κατευθύνσεις, εντός και εκτός συνόρων, θα συμβάλει και θα είναι χρήσιμη.

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Βιβλία στα καροτσάκια

Βιβλία μπορεί κανείς να προμηθευτεί σε διάφορα μέρη. Φυσικά στα βιβλιοπωλεία, στο κέντρο της πόλης, συνήθως μεγάλα, πολυώροφα, με παράδοση και ίσως και δικές τους εκδόσεις αλλά και τα συνοικιακά, μικρότερα σε μέγεθος και ποικιλία, μα πιο προσωπικά που μπορεί να συνδυάζουν και άλλες υπηρεσίες, φωτοτυπίες, σχολικά είδη, τετράδια, σάκες, κασετίνες, μολύβια, μαρκαδόρους και χαριτωμένα είδη δώρων, κορνίζες, ημερολόγια.
Το ψάξιμο εκδόσεων στα παλαιοβιβλιοπωλεία είναι μια άλλη ιστορία, για μερικούς κυνήγι που ικανοποιεί το ένστικτο του θηρευτή σε άγρα βιβλίων, για άλλους θλιμμένη αναζήτηση σε ξεπεσμένα τεκμήρια που ξεσπιτώθηκαν μαζί με το τέλος ανθρώπων μέσα στην δίνη ανακατατάξεων.
Τα βιβλιοπωλεία και τα παλαιοβιβλιοπωλεία αποτελούν σταθερά σημεία διακίνησης εντύπων, έχουν και αντίστοιχους τόπους στο διαδίκτυο (αυτό αποτελεί θέμα άλλης ανάρτησης). Οι τόποι πώλησης βιβλίων έχουν διευρυνθεί, τα βρίσκει κανείς και σε σούπερ μάρκετ, εκεί που πουλάνε μουσική, ηλεκτρονικά είδη… Υπάρχουν όμως, και λιγότερο σταθερά σημεία διάθεσής τους. Οι πλασιέ βιβλίων, υπάρχουν ακόμη, που περιφέρονται με τσάντες βαριές και ασήκωτες στις πολυκατοικίες, από δημόσια υπηρεσία σε δημόσια υπηρεσία και αν καταφέρουν να τα έχουν καλά με τους ανθρώπους στις εισόδους μιλάνε για την πραμάτεια τους, δείχνουν δείγματα, μοιράζουν διαφημιστικά φυλλάδια, δέχονται δόσεις με γραμμάτια. Οι περιοδικές εκθέσεις βιβλίων, θεσμοθετημένες ή περιστασιακές σε πανηγύρια είναι άλλος τόπος τρόπος απόκτησης βιβλίων.
Όλα αυτά για να έρθω στα καροτσάκια με τα βιβλία, πάγκοι ξύλινοι πάνω σε ρόδες που σπρώχνονται με ή χωρίς χερούλια. Έχω δει και μεταλλικό γραφείο μεταμορφωμένο. Τα καροτσάκια φορτώνονται άτακτα με βιβλία, νέα μα και διαβασμένα. Στήνονται σε διάφορα σημεία και όχι πάντα τα ίδια. Εκεί που πωλούνται και άλλα αντικείμενα (Μοναστηράκι, Θησείο στην Αθήνα), κοντά αλλά όχι ακριβώς απέξω από μεγάλα βιβλιοπωλεία (Πανεπιστημίου, Ακαδημίας), στις εξόδους των σταθμών του μετρό όπου κοντοστέκεται ο κόσμος να βρει ψιλά για το εισιτήριό του, έχει ραντεβού και χρόνο για χάζεμα.
Ο ενδιαφερόμενος πρώτα σκύβει πάνω από τον πάγκο και ξεψαχνίζει με το βλέμμα, ο πλανόδιος πωλητής κοιτά αλλά κρατιέται, δεν απευθύνει τον λόγο, μετράει τον χρόνο και τον άνθρωπο. Οι πωλητές άνδρες, συνήθως μεσήλικες, βγάζουν έναν αέρα απαντοχής. Δεν ανήκουν στους ανθρώπους του πνεύματος, μένουν στον κόσμο του μόχθου και τα βιβλία αντικείμενα που τους τρέφουν με τον επιούσιο, τους τροφοδοτούν με αναγνώσεις ανάτασης.
Μόλις γίνει μια μικρή, έστω και αδιόρατη, κίνηση προς τα βιβλία, ο πωλητής ζωντανεύει, μιλάει, προτείνει ανάλογα με το θέμα που έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον ο περαστικός, πώς τον έχει «κόψει». Ρωτά τι θα ήθελε, μερικές φορές δέχεται και παραγγελία, ορίζεται συνάντηση.
Ο περαστικός είτε ζητά χρόνο είτε δείχνει αποφασιστικότητα, αναζητά να μάθει την τιμή, κοντοστέκεται, πιάνει το βιβλίο, το ανοίγει και το διατρέχει, κάνει παζάρι, αγοράζει. Άλλοτε απομακρύνεται δήθεν χαλαρά, ήρθε και εκείνος, εκείνη που αναμενόταν, γεια γεια, αγκαλιά και ξεμακραίνουν σε άλλη διάθεση.
Η επιφάνεια αναδύει τα χρώματα των εξωφύλλων, το ένα βιβλίο επικαλύπτει άλλο, κρύβοντας τον τίτλο και το συγγραφέα του από κάτω βιβλίου. Το περιεχόμενο ποικίλλει. Δημοφιλή ελληνικά και μεταφρασμένα κλασικά έργα των δύο περασμένων αιώνων, ονόματα χτυπητά, μυθιστορήματα σύγχρονα, παιδικά, συμβουλές για την υγεία, τις σχέσεις, την προσωπικότητα, την επαγγελματική επιτυχία, την οικογένεια, τα ζώδια, ονειροκρίτες, καζαμίες (την εποχή των Χριστουγέννων μέχρι τον Φεβρουάριο), ανατυπώσεις από παλιά σχολικά αλφαβητάρια (η Άννα, ο Μίμης, η Έλλη, η Λόλα, παιδιά με ποδιές). Τελευταία παρατηρώ να έχουν προστεθεί λεξικά και διάλογοι, ελληνοαλβανικοι, βουλγάρικοι, ρώσικοι, και άλλοι, δεν χρειάζεται μεγάλη φαντασία σε ποιους απευθύνονται.
Εκδόσεις φτηνές, χαρτί χαμηλών προδιαγραφών, εκτύπωση πρόχειρη, μέριμνα για την αισθητική μηδαμινή, όμως το πνευματικό κληροδότημα είναι εκεί, προσιτό. Φορές βέβαια, όλο και συχνότερα, περιλαμβάνονται και εκδόσεις εμπορικές αξιοπρεπούς ποιότητας.
Όταν τελειώσει η μέρα, στο σκοτάδι, το καροτσάκι τυλίγεται σαν τεράστιο πακέτο με πανιά μουσαμαδένια, δένεται με σπάγκους χοντρούς σφιχτά, και κρύβεται παράμερα, δεμένο με λουκέτα σε στύλους. Πολύ μικρή ασφάλεια σε περίπτωση κλοπής, συνολικής ή μερικής. Ρίσκο που το παίρνουν. Μεγαλύτερος εχθρός η βροχή.
Προβλέπεται να βρέξει αύριο, τους σκέφτομαι.

Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 2010

Βόλτα στη δίπλα χώρα


Θα πάμε μια βόλτα μέχρι τη Βενετία, πόλη που δεν έχω επισκεφτεί αλλά συνεχίζει να υπάρχει μέσα στο πρόγραμμα. Θα περιπλανηθούμε στα καντούνια και στα δρομάκια, θα περπατήσουμε δίπλα από τα κανάλια και θα σταματήσουμε μπροστά από μια βιτρίνα με βιβλία. Συνηθισμένο. Κι όμως αυτή η βιτρίνα έχει κάνει το ασυνήθιστο, ένα αντικείμενο που σίγουρα δεν έχει θέση ανάμεσα στα βιβλία. Τόση εντύπωση μου κάνει αυτό το αντικείμενο, το από αλλού φερμένο που θέλω να μάθω την ιστορία του βιβλιοπωλείου Toletta της Βενετίας.

Τη δεκαετία του ’30, εν μέσω της οικονομικής κρίσης, ο άνεργος Angelo Pelizzato στήνει ένα πάγκο και ξεκινάει να πουλά τα προσωπικά του βιβλία, ώσπου αποφασίζει να ανοίξει ένα μικρό βιβλιοπωλείο με μεταχειρισμένα βιβλία στη γειτονιά Sacca della Toletta της Βενετίας. Εξαιτίας των σχολείων που υπάρχουν στην περιοχή το σχολικό βιβλίο κερδίζει πωλήσεις και το βιβλιοπωλείο ξεκινά καλά. Κατά τη διάρκεια του πολέμου ο Angelo (κάνοντας το καθήκον του ως κομμουνιστής) κρύβει ανάμεσα στα ράφια όπλα των ανταρτών και λαθραίες εφημερίδες. Μετά τον πόλεμο η πελατεία επανέρχεται γρήγορα και οι πωλήσεις συνεχώς αυξάνονται. Κόσμος έμπαινε για να πουλήσει, κόσμος για να αγοράσει με αποτέλεσμα να σχηματίζεται έξω από το βιβλιοπωλείο ουρές. Άλλαζαν συνεχώς χέρι τα βιβλία και με τα ίδια σχολικά βιβλία έμαθαν πολλοί να διαβάζουν. Τη δεκαετία του ’50 στην επιχείρηση βρίσκονται και οι γιοί του Angelo με αποτέλεσμα το κατάστημα να επεκτείνεται και να προστίθενται νέες θεματικές κατηγορίες στα ράφια με περισσότερη ποικιλία τίτλων. Μετά την απόσυρση του πατέρα οι γιοί συνεχίζουν το επάγγελμα δουλεύοντας με εκδοτικούς οίκους. Ζητούν συγκεκριμένο αριθμό αντιτύπων από τίτλους των καταλόγων των εκδοτικών οίκων, τους οποίους πουλούν με εκπτώσεις 40 και 50%. Πρόκειται για τους λιγότερο εμπορικούς τίτλους που δεν μπαίνουν σε λίστες ευπωλήτων. Φιλοσοφία που συνεχίζεται μέχρι σήμερα ούτως ώστε το βιβλιοπωλείο να συγκεντρώνει και να διαθέτει ποιοτικούς τίτλους, οι οποίοι σε άλλα βιβλιοπωλεία είναι εξαντλημένοι. Την τελευταία δεκαετία του 20ού αι. το βιβλιοπωλείο επεκτείνεται και σε δύο γειτονικά κτίρια, προσεγγίζοντας νέο αναγνωστικό κοινό και πάει λέγοντας.


Καλά όλα αυτά, αλλά το περίεργο αντικείμενο σχετίζεται με μια πιο πρόσφατη ιστορία. Είναι που το βιβλιοπωλείο συνεχίζει να αγοράζει βιβλία από ιδιώτες. Συλλογές ολόκληρες αγοράστηκαν περιλαμβάνοντας αναρίθμητα βιβλία. Ανάμεσά τους πραγματικοί θησαυροί, εκδοτικές σειρές ολόκληρες. Χιλιάδες βιβλία που δεν αγοράζονται ένα ένα. Ιδού και η πρωτοτυπία: τα βιβλία αυτά πωλούνται (όπως και αγοράστηκαν) με το κιλό! Γι’ αυτό και χρειάζεται η ζυγαριά που μοστράρει στη βιτρίνα. Για να ζυγίζεις, κάθε 100 γραμμάρια κοστίζουν 1 €. Ποια η μεγαλύτερη χαρά του βιβλιόφιλου;

Βέβαια, αφού δεν έχω πάει ακόμη στη Βενετία, τη βιτρίνα αυτή ποτέ δεν την είδα. Έχουμε όμως το πλεονέκτημα να έχουμε ανταποκριτές σε διάφορα μέρη να μας αφηγούνται ιστορίες και να μας στέλνουν φωτογραφίες. Πολλά ευχαριστώ για την όμορφη αυτή σκέψη!

Η ιστοσελίδα του βιβλιοπωλείου (για όσους ξέρουν ιταλικά)

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Γλώσσες

Και αν τα πολυαγαπημένα ράφια των βιβλιοβιβλίων στέκονται χαϊδεμένα και περήφανα στην βιβλιοθήκη του διαδρόμου υπάρχουν και άλλα ράφια που φέρουν άλλο αγαπημένο θέμα, και σίγουρα έχω αρχίσει να τα μαζεύω και πιο παλιά από τα βιβλιοβιβλία. Είναι εκείνα για τις γλώσσες, τα αλφάβητά τους, την ιστορία τους.
Κίνητρο για την συγκέντρωσή τους που ας το δηλώσω ότι πολύ απέχει από το να είναι εξαντλητική, ήταν διάφορες σκέψεις αιωρούμενες, ακόμα. Πώς γίνεται το ελληνικό αλφάβητο, το αρχαιότερο στην ευρωπαϊκή ήπειρο να δυσκολεύεται να επιβιώσει, πόσο κινδυνεύει να ξεχαστεί μαζί με την γλώσσα που αποτυπώνει. Πώς γίνεται και χάνονται οι γλώσσες τελικά; Γιατί το γνωρίζουμε ότι στο διάβα της η ανθρωπότητα έχει ξεχάσει (ό, τι χάνεται ξεχνιέται, λησμονιέται, φεύγει από την μνήμη) γλωσσικά συστήματα και ίσως αφήνουν ίχνη που μετά από καιρούς προκαλούν ερωτηματικά, συχνά αναπάντητα. Για παράδειγμα οι ετρουσκικές επιγραφές, που σαν τις βλέπεις φέρνουν πολλά κοινά με τα ελληνικά αλλά ελληνικά δεν είναι. Χάθηκαν οι Ετρούσκοι και ο πολιτισμός τους που είχε δάνεια ελληνικά, απορροφήθηκαν από τους Ρωμαίους. Χάθηκαν οι ήχοι της γλώσσας τους, δεν εξελίχθηκαν, δεν περπάτησαν μέσα στον χρόνο, έσβησαν σταδιακά από την αχρησία στην οποία περιέπεσαν. Παραδείγματα στην γειτονιά μας πολλά: η Γραμμική Α’ που μπορεί να έχει αποκωδικοποιηθεί αλλά δεν έχει φωνή, η Γραμμική Β΄ που εντάξει αποδείχτηκε γλώσσα πρωτοελληνική και διαβάστηκε, ο δίσκος της Φαιστού, επιγραφές στην Λήμνο, τα ιερογλυφικά στην Αίγυπτο. Ο όρος νεκρή γλώσσα αναφέρεται σε γλώσσες που γνωρίζουμε αλλά δεν χρησιμοποιείται από κανέναν, τα λατινικά ας πούμε. Όμως στον αντίποδα, υπάρχουν γλώσσες που μιλιούνται αλλά δεν έχουν γραπτή έκφανση σε πολλά μέρη του κόσμου, οι γλώσσες του Αμαζονίου, αφρικανικών φυλών, των ανθρώπων των πόλων, των νομά (και των Ελλήνων τσιγγάνων), παντού γενικά. Οι προφορικές γλώσσες είναι πιο εύθραυστες, διαλύονται, χάνονται μαζί με τους ανθρώπους που τις κουβαλάνε, χωρίς σημάδια χαραγμένα πουθενά.
Η γλώσσα είναι ζήτημα καίριο για κάθε λαό, κοινωνική ομάδα και μια ανάρτηση έχει εμφανείς περιορισμούς παρουσίασης. Σκόρπιες ιδέες ακροθίγονται, λίγο προσωπικές, λίγο γενικές. Η γλώσσα βάζει το πλαίσιο σκέψης, διατύπωσης του περιβάλλοντος, του εξωτερικού φυσικού κόσμου αλλά και εκείνου που κατασκευάζει ο άνθρωπος, για να μην αναφερθούμε στα του μέσα κόσμου καθενός ανθρώπου. Η γλώσσα δομεί τα άτομα, τα βάζει στην συλλογικότητα, καθρεφτίζει τρόπους, κοσμοθεωρίες, νοοτροπίες, φόβους, προσδοκίες.
Η Γραμματική αποτελεί την βασικότερη δήλωση ύπαρξης μιας γλώσσας και κατ’ επέκταση μιας ομάδας αριθμητικά και κοινωνικά σημαντικής, ώστε να διαθέτει επίσημη γλώσσα. Ακολουθούν στην κατάταξη σπουδαιότητας τα λεξικά και οι εγκυκλοπαίδειες που δίνουν νόημα και ιστορία σε έννοιες, λέξεις, πράγματα.
Με αυτά κατά νου με
είχε συναρπάσει το βιβλίο του Βασίλη Αλεξάκη Οι ξένες λέξεις για την γλώσσα σάνγκο μιας χώρας της Κεντρικής Αφρικής που κατασκευάζεται λέξη λέξη, έτσι ώστε να ανταποκριθεί στις ανάγκες των ανθρώπων της στην καθημερινότητά τους, τις παραδόσεις τους και τον σύγχρονο κόσμο. Ένα βιβλίο ταξίδι στην γέννηση και το βάθος των λέξεων και οι λέξεις έχουν μαγεία, είναι μαγικές, φτιάχνουν εικόνες και αισθήματα. Και για να πω τον πόνο μου εδώ, πάνω στον ενθουσιασμό μου το χάρισα επανειλημμένα και το δάνεισα μια και μόνη φορά γιατί από τότε έχασα το δικό μου αντίτυπο με τις υπογραμμίσεις μου και ξέχασα σε ποιον το εμπιστεύτηκα. Μακάρι να τουλάχιστον να το ευχαριστήθηκε πολύ!
Οι γλώσσες τοποθετούνται στον κόσμο, συναγωνίζονται η μια την άλλη για την ομορφάδα και την χρήση τους, και έχουν τις δημόσιες σχέσεις τους που τις διαφημίζει και τις υπερασπίζεται σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα. Η ελληνική γλώσσα, γλώσσα μητέρα και μήτρα, δεν έχει ούτε τώρα ούτε και στο παρελθόν καθόλου καλό γραφείο δημοσίων σχέσεων γιατί λειτουργεί αποσυντονισμένα, περιστασιακά, σπασμωδικά, αμυντικά, χωρίς συγκρότηση και ένα σωρό άλλα, «πατριωτικά»- σοβινιστικά βλάπτοντας παρά ωφελώντας καθώς οι μέθοδοί είναι μονόπλευρες, υπεροπτικές και επιθετικές απέναντι σε άλλες γλώσσες. Άρα λείπει η αυτοπεποίθηση, το σχέδιο, η επιμονή, ή ωριμότητα, η έμπνευση, το μεράκι γιατί με αυτά τα όπλα θα είχαμε καλύτερα αποτελέσματα και ας είμαστε λίγοι, συγκριτικά, οι ομιλούντες ελληνικά.
Εμείς που γράφουμε, διαβάζουμε, μιλάμε τα ελληνικά είμαστε οι φύλακες της γλώσσας μας, δικαιούμαστε όλοι να έχουμε άποψη για αυτή μιας και είμαστε σε αμφίπλευρη σχέση μαζί της, μας ορίζει, καθορίζει και την ορίζουμε, πλάθουμε. Θα μπορούσαμε να την τοποθετήσουμε στο νέο παγκόσμιο σκηνικό με νέους όρους, σε νέες εφαρμογές, όπως είναι οι τεχνολογίες, το διαδίκτυο και πέρα…

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Περί ανάγνωσης


Γράφω με αφορμή την αναφορά στην προηγούμενη ανάρτηση για το πως ξεκινά κανείς το "αγγλικό διάβασμα".
Θα μιλήσω για τη δική μου εμπειρία και ξέρω ότι πολλοί θα γελάσουν, όσοι με γνωρίζουν καλύτερα.
Είναι εξαιτίας της άρνησης που τρέφω για να διαβάσω οτιδήποτε δεν έχει ελληνικούς χαρακτήρες. Άρνηση που έτρεφα από πάντα ακόμη και στο να μάθω κάποια γλώσσα (συνειρμοί να με πηγαίνουν με το ζόρι στο φροντιστήριο των αγγλικών και εγώ να το σκάω με την όποια αφορμή). Θαυμάζω όσους έχουν την ικανότητα να γνωρίζουν και να μιλούν πολλές γλώσσες. Όσο για τη δουλειά του μεταφραστή-διερμηνέα τη θεωρώ απλά σωτήρια γιατί χωρίς αυτή φανταστείτε πόσα κείμενα θα μας ήταν άγνωστα. Αγαπώ τη ξένη λογοτεχνία αλλά πάντα μιλάω για τη μεταφρασμένη στα ελληνικά. Θεωρώ ακόμη απλά δύσκολο να διαβάσω λογοτεχνικά κείμενα από το πρωτότυπο. Η μόνη μου προσπάθεια ήταν στη δίγλωσση ποίηση. Εκεί απογοητεύτηκα βλέποντας ότι η ποίηση υστερεί κατά πολύ όταν μεταφράζεται, δυστυχώς.

Ωστόσο, με χαρά ανακάλυψα ότι τα πράγματα διαφέρουν στα επιστημονικά κείμενα. Διαφέρουν και απλοποιούνται. Δεν έχεις να κάνεις με μεταφορές και παρομοιώσεις αλλά με επιστημονικό λόγο. Μαθαίνεις το λεξιλόγιο κι έχεις τις έννοιες και τις σκέψεις του συγγραφέα ξεκάθαρες μπροστά σου. Και όταν το επιστημονικό κείμενο σχετίζεται με την επιστήμη σου τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο ξεκάθαρα. Έχεις ό,τι μάθαινες σε άλλη γλώσσα εμπλουτισμένα με περισσότερες νέες ιδέες. Χαμογελάω ακόμη με αυτήν μου την ανακάλυψη (εύρηκα-εύρηκα!).

Αναφέρομαι λοιπόν σε μια άλλη κατηγορία ανάγνωσης, εκείνη που δεν έχει σχέση με ψυχαγωγία αλλά με μελέτη. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όσους καταφέρνουν όμως να συνδυάσουν αυτά τα δύο είδη ανάγνωσης. Η ανάγνωση για μελέτη διαφέρει. Απαιτεί παραπάνω συγκέντρωση, μεθοδολογία και σίγουρα χρειάζεται να κρατάς μολύβι για να σημειώνεις. Με αφορμή ενός μικρού βιβλίου που μόλις διάβασα με τίτλο "Reading for study" του αγγλικού εκδοτικού οίκου Blackwell αναφέρω τη βασική διαφορά στο συγκεκριμένο τρόπο ανάγνωσης. Οι συγγραφείς του βιβλίου δίνουν μια μεθοδολογία στην ανάγνωση με σκοπό τη μάθηση που την ονομάζουν "SQ3R". Πρόκειται στην ουσία για πέντε λέξεις που περιγράφουν την επιστημονική ανάγνωση: Survey-Question-Read-Recall-Review. Η πρώτη λέξη αναφέρεται στη γρήγορη ανάγνωση ενός βιβλίου, ενός κεφαλαίου ή ενός άρθρου για να αποκτηθεί μια πρώτη άποψη για το κείμενο. Η δεύτερη προτρέπει τον αναγνώστη να σκεφτεί πριν διαβάσει το κείμενο κάποιες ερωτήσεις με σκοπό να ψάξει και να δώσει τις απαντήσεις μέσα από το κείμενο. Η τρίτη περιγράφει την προσεχτική ανάγνωση του κειμένου. Η τέταρτη έχει να κάνει με τον εντοπισμό και τη σημείωση των κύριων ιδεών που αναφέρονται στο κείμενο. Η πέμπτη, τέλος, έχει να κάνει με την επανεξέταση του κειμένου ώστε να διαπιστώσει ο αναγνώστης αν πράγματι έχει καταλάβει τις κύριες ιδέες του κειμένου και αν έχουν απαντηθεί τα ζητούμενα. Κατά τη διαδικασία της ανάγνωσης για την απόκτηση γνώσεων ο αναγνώστης πρέπει να περιγράψει με δικά του λόγια τις πληροφορίες που μόλις έλαβε από το κείμενο γράφοντας κάποια περίληψη ή συζητώντας για ό,τι διάβασε:

"Οι καθηγητές γνωρίζουν καλά ότι δεν μπορούν να πετύχουν στη διδασκαλία αν δε χαλιναγωγήσουν πρώτα τις πληροφορίες και αν δεν τις έχουν δώσει με δικά τους λόγια. Η ετοιμασία και η παρουσίαση ενός επιστημονικού άρθρου έχει άμεση σχέση με τη διδασκαλία. H ενεργή συμμετοχή ενός αναγνώστη είναι ένας βοηθητικός παράγοντας για να μειωθεί η απόσταση μεταξύ συγγραφέα-αναγνώστη".

Ο τρόπος με τον οποίο διαβάζουμε είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο που δείχνει να μην έχει τέλος και το γράφουμε όλοι εμείς οι αναγνώστες.