Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

Έρωτας με την πρώτη ματιά


Δεν θα μπορούσα να μην ερωτευτώ ένα βιβλίο με τέτοιο βιβλιοφιλικό εξώφυλλο και να μην θέλω να το κάνω δικό μου. Το περιεχόμενο δικαίωσε και με το παραπάνω την εξωτερική εμφάνιση. Δικαίωσε ακόμη και το βάρος που πρόσθεσε στην ταξιδιωτική βαλίτσα. Αναμφίβολα πρόκειται για το δημοφιλέστερο βιβλίο του καλοκαιριού κι ας μην είναι καθόλου ένα ανάλαφρο καλοκαιρινό ανάγνωσμα. Έχουν γραφτεί διθυραμβικές κριτικές από σπουδαίους ανθρώπους, δεν έχω τίποτα παραπάνω να πω. Συμφωνώ με όλους. Ναι πρόκειται για ένα κλασικό βιβλίο κι ας γράφτηκε πριν μερικά χρόνια, ναι πρόκειται για έργο τέχνης, ναι πρόκειται για μια παρτιτούρα μεταγραμμένη σε κείμενο, ναι σε όλα, είναι ό, τι καλύτερο έχω διαβάσει εδώ και πολύ καιρό. Συγκεντρώνει μόνο καλά στοιχεία, εξαιρετική συγγραφική δεξιοτεχνία, έρωτα, φιλία, ιστορία, γλωσσολογία, φιλοσοφία, ζωγραφική, μουσική, πολλή μουσική που δεν σταματά να ακούγεται καθ' όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης. Ο καταλανός συγγραφέας Jaume Cabré κατάφερε να δημιουργήσει ένα αριστούργημα του 21ου αιώνα και οι εκδόσεις Πόλις μας το προσέφεραν σε μια αντάξια μετάφραση με τον τίτλο Confiteor.

Μία από τις καλύτερες στιγμή της αφήγησης είναι όταν ο Αντριά, ο πρωταγωνιστής που μας εξομολογείται τις αμαρτίες τους, επιστρέφει στο πατρικό σπίτι που γίνεται δικό του. Για μήνες μένουν οι κούτες με τα χιλιάδες βιβλία του στο πάτωμα ανήμπορος να τα τακτοποιήσει, μέχρι που φτάνει η ώρα να ανοίξουν οι κούτες και τα βιβλία αρχίζουν να γεμίζουν τους τοίχους, το όνειρο κάθε βιβλιόφιλου. Με την πολύτιμη βοήθεια του παιδικού του φίλου δημιουργείται η βιβλιοθήκη του νέου του σπιτιού που παραλληλίζεται τόσο όμορφα και τόσο πετυχημένα με τη δημιουργία του κόσμου:

Επέστρεψε από τη Ρώμη με πρόθεση να βάλει τάξη στο σπίτι, αφού από καιρό σκόνταφτε στις κούτες με τα βιβλία που είχαν έρθει από τη Γερμανία και τις οποίες δεν είχε ανοίξει ακόμα, άνοιξε τη λάμπα και εγένετο φως. Κάλεσε και τον Μπερνάτ για να τον βοηθήσει να σχεδιάσει αυτήν την ιδανική τάξη θαρρείς κι ο Μπερνάτ ήταν ο Πλάτωνας, εκείνος ο Περικλής και το διαμέρισμα στην Εσάμπλε η βουερή Αθήνα. Έτσι οι δύο σοφοί αποφάσισαν να αφήσουν στο γραφείο τα χειρόγραφα, τα αρχέτυπα που θα αγόραζε, τα εύθραυστα αντικείμενα, τα βιβλία των γονιών του, τους δίσκους, τις παρτιτούρες και τα λεξικά που χρησιμοποιούσε συχνότερα. Και διαχώρισαν τα νερά που ήταν κάτω από το στερέωμα και τα νερά που ήταν κάτω από το στερέωμα, κι έγινε ο ουρανός με τα σύννεφα, ξεχωριστά από το νερό της θάλασσας. Στο δωμάτιο των γονιών, που είχε γίνει επιτέλους δικό του, τοποθέτησαν την ποίηση και τα βιβλία μουσικής, και συγκέντρωσε τα νερά που ήταν κάτω από το στερέωμα ώστε να φανεί η ξηρά, την οποία ονόμασε γη, και τα νερά τα ονόμασε θάλασσες και ωκεανούς. Στο παιδικό του δωμάτιο, άδειασαν, χωρίς να τα κοιτάξουν καν, όλα τα ράφια με τα βιβλία που τον συντρόφευαν όταν ήταν μικρός, κι έβαλαν στη θέση τους βιβλία Ιστορίας, από την αρχή της ανθρωπότητας μέχρι σήμερα. Και βιβλία γεωγραφίας επίσης, κι η γη άρχισε να γεννά δέντρα και σπόρους, που φύτρωναν και γίνονταν χλόη και άνθη. Οι τρεις μεγάλοι διάδρομοι του διαμερίσματος αφιερώθηκαν στην πεζογραφία, ταξινομημένη κατά γλώσσα, στα καινούργια ατέλειωτα ράφια που είχε παραγγείλει στον Πλάνας. Στον διάδρομο του δωματίου, οι ρομανικές γλώσσες. Στον διάδρομο μετά την είσοδο, οι σλαβικές και σκανδιναβικές, και στον φαρδύ διάδρομο στο βάθος, οι γερμανικές και οι αγγλοσαξονικές. "Στην τραπεζαρία θα βάλουμε τα λογοτεχνικά δοκίμια, τη θεωρία της λογοτεχνίας και την αισθητική". "Ή θα βγάλεις τα γυαλικά ή θα βγάλεις τον μπουφέ". Ο Αντριά χαμήλωσε τα μάτια και είπε θα δωρίσω όλα τα γυαλικά στο μαγαζί. Ας τα πουλήσουν, και χάρισμά τους. Έτσι θα κερδίσω τρεις τοίχους. Και γεννήθηκαν τα ψάρια και τα θαλάσσια πλάσματα και όλα τα τέρατα των ωκεανών. "Κι όλα αυτά που έφερες απ' τη Γερμανία τι είναι;" ρώτησε μια άλλη μέρα ο Μπερνάτ, ανοίγοντας καχύποπτα μια κούτα με την άκρη των δαχτύλων του. "Κυρίως φιλολογία και φιλοσοφία. Και μερικά μυθιστορήματα. Μπελ, Γκρας, Φώκνερ, Μαν, Λιόρ, Καμπάν, Ροτ  και διάφορα άλλα". "Που θέλεις να τα βάλεις;" "Τη φιλοσοφία, στην είσοδο. Μαζί με τα μαθηματικά και την αστρονομία. Τη φιλολογία και τη γλωσσολογία, στο δωμάτιο της Λόλα Σίκα. Τα μυθιστορήματα, στους αντίστοιχους διαδρόμους". "Αφού περισσεύει χώρος στον ξενώνα, θα βάλουμε την θρησκεία, τη θεολογία, την εθνολογία και τον ελληνορωμαϊκό κόσμο". Και δημιούργησε τα κτήνη και τα θηρία, που κατέκλυσαν τη γη, και είδε ότι καλώς εποίησε. "Τι θα κάνεις με τα Τεντεν;" "Δεν θέλω να πετάξω τίποτα. Αλλά δεν ξέρω που να τα βάλω". "Έχεις πολλούς χώρους ακόμα". Κι ο Κύριος είπε ναι, έχω πολλούς χώρους, αλλά δεν θέλω να πάψω να αγοράζω βιβλία για να τους γεμίσω. Το πρόβλημα είναι που θα βάλω τους Καρλ Μάυ και του Ιουλίους Βερν, καταλαβαίνεις; Κι ο άλλος απάντησε καταλαβαίνω. Και πρόσεξαν ότι στο μπάνιο υπήρχε χώρος ανάμεσα στο ντουλαπάκι  και το ταβάνι. "Και στη μικρή τουαλέτα, τα περιοδικά". "Και στην κουζίνα, τα βιβλία μαγειρικής". Τη στιγμή που είπε θα φτιάξω τον άνθρωπο κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσίν μου, σκέφτηκε τη Σάρα. Και την έβδομη μέρα  ο Άντρια και ο Μπερνάτ ξεκουράστηκαν και προσκάλεσαν την Τέκλα να δει το έργο της δημιουργίας.

Μαγεία.

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

Επιστολή προς τους νέους βιβλιοθηκονόμους


Και τώρα θα σας πω μια ιστορία που ενδιαφέρει κυρίως τους (άνεργους) βιβλιοθηκονόμους, νέους και παλαιότερους, και όσους ενδιαφέρονται/ επισκέπτονται τις Βιβλιοθήκες και τα Ιστορικά Αρχεία του τόπου τους.

Σχεδόν δέκα χρόνια αφότου έλαβα το πτυχίο μου, με μεγάλες τιμές και διακρίσεις και σύσσωμο όλο το ακαδημαϊκό εκπαιδευτικό προσωπικό να χειροκροτά και να μας παινεύει για το λαμπρό επαγγελματικό μέλλον που θα έχουμε όλοι οι απόφοιτοι του ΤΑΒΜ (εκτός από Αρχειονομίας και Βιβλιοθηκονομίας έγινε και Μουσειολογίας χωρίς βέβαια οι απόφοιτοι να έχουν κατοχυρωμένα επαγγελματικά δικαιώματα μουσειολόγου καθώς τα έχουν χρόνια τώρα οι αρχαιολόγοι) του Ιονίου Πανεπιστημίου, κατάφερα να δουλέψω σε μια Δημόσια Βιβλιοθήκη μόλις φέτος την άνοιξη. Βλέπετε μια τέτοια βιβλιοθήκη ήταν μεγάλο όνειρο καθώς μπορεί να κάνει πράξη όλα τα περί αναγνωστικής πολιτικής/ πολιτικής βιβλίου/ φιλαναγνωσίας/ αναγνωστικής συμπεριφοράς που έμαθα στα τέσσερα χρόνια προπτυχιακών σπουδών και μιας ολόκληρης πτυχιακής εργασίας που αφιέρωσα μελετώντας τα. Πτυχιακής που έγινε και επιστημονική δημοσίευση σε ένα έγκριτο διεθνή επιστημονικό περιοδικό και ανακοίνωση σε πανελλήνια συνέδρια ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών. Τότε ακόμα θεωρούσα ότι σπουδάζω μια επιστήμη με μέλλον τρανό στη χώρα μας, καθώς τότε προσπαθούσε να εδραιωθεί, ακόμη προσπαθεί. Έτσι μας έλεγαν και στη θεωρία όλα είναι όμορφα, άλλωστε τόσες Βιβλιοθήκες υπάρχουν και τόσα Αρχεία που έχουν έλλειψη από εξειδικευμένο προσωπικό, εμάς περιμένουν να αποφοιτήσουμε. Έτσι μπορεί να λένε ακόμη στους νεοεισαχθέντες φοιτητές βιβλιοθηκονομίας. Ο ακαδημαϊκός κόσμος είναι όμορφος γεμάτος θεωρία που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι βιβλιοθηκονόμοι όμως έχουν τα μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας.  

Επιτέλους δούλεψα σε μια Δημόσια Βιβλιοθήκη μέσω των προγραμμάτων κοινωφελούς εργασίας για ανέργους με διάρκεια πέντε μήνες και αμοιβή 490 ευρώ το μήνα. Έδωσα μάχη γι' αυτή τη θέση καθώς την διεκδικούσε ένας φιλόλογος και ένας ιστορικός, δεν έχει σχέση που η θέση ήταν για ΠΕ Βιβλιοθηκονόμους, τα χαρτιά τα ελέγχει ο εκάστοτε φορέας, ο ΟΑΕΔ νίπτει τας χείρας τους, ας κάνει ό,τι θέλει ο φορέας. Εξάλλου και οι πίνακες επιτυχόντων δεν βγαίνουν ονομαστικοί αλλά με αριθμούς αιτήσεων, κανείς δεν ξέρει τίποτα. Όλο το σύμπαν συνωμότησε ώστε να μάθω τι και ποιος.

Με μερικούς μήνες καθυστέρηση μπήκα στη βιβλιοθήκη, επιτέλους Δημόσια Βιβλιοθήκη στο βιογραφικό μου! Εκεί αντίκρισα το χάος που δεν μπορεί να διδαχθεί σε κανένα ακαδημαϊκό περιβάλλον. Η βιβλιοθήκη, μικρή σχετικά, δημιουργήθηκε το 2004, τότε μάλλον υπήρχαν βιβλιοθηκονόμοι, ήταν εμφανές ότι στήθηκε από ανθρώπους που γνώριζαν εκείνα τα καλά χρόνια που λεφτά για ξόδεμα υπήρχαν. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια ο ένας μοναδικός προϊστάμενος/ υπάλληλος ήταν ένας απολυμένος υπάλληλος του ΟΣΕ. Από εκεί που έκοβε εισιτήρια ή οδηγούσε τρένα του έλαχε να μπει να οργανώσει μια βιβλιοθήκη. Καλύτερα από το να απολυθεί, ας μπει σε μια βιβλιοθήκη μέχρι να βγει στη σύνταξη. Προσπάθησε ο άνθρωπος να οργανώσει την κατάσταση. Έβαλε τα βιβλία της ιστορίας σε μια πλευρά, της τέχνης στην είσοδο για να φαίνεται ωραία σε όποιον μπαίνει, όπως αφοπλιστικά μου ανέφερε, εντόπισε και όλα τα βιβλία με κήπους, καλλιέργειες και αγροτική οικονομία και τα έβαλε σε ένα ράφι και σιγά σιγά έμαθε που είναι το καθένα και τα έβρισκε. Δεχόταν και τις δωρεές, σφράγιζε ό,τι βιβλίο του έφερναν και μετά το έβαζε στο κατάλληλο ράφι που μόνο αυτός ήξερε ποιο ήταν. Τα χρόνια πέρασαν και επιτέλους έγινε αυτό που περίμενε, συνταξιοδοτήθηκε. Ήρθαν δύο αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί, ένας γυμναστής και μια δασκάλα, τους έδωσε τα κλειδιά τους είπε και δύο πράγματα και έφυγε. Ο ένας από τους δύο έγινε προϊστάμενος και όλα τα υπόλοιπα τα βρήκαν ψάχνοντας.

Όταν μπήκα βρήκα τους δύο αποσπασμένους να μετανιώνουν και μια βιβλιοθήκη που έμοιαζε περισσότερο με αποθήκη βιβλίων. Άναρχα τοποθετημένα στα ράφια τα βιβλία, βιβλία παντού, ακαταλογράφητα, ένας κατάλογος φτιαγμένος χωρίς να τηρεί τα στοιχειώδη πρότυπα βιβλιοθηκονομίας, άνθρωποι να μπαίνουν γνωρίζοντας ότι δεν μπορούν να βρουν ένα συγκεκριμένο βιβλίο, υπολογιστές να μην δουλεύουν, οπτικοακουστικός εξοπλισμός χιλιάδων ευρώ να μην χρησιμοποιείται αφού κανείς δεν ξέρει το πως (εξοπλισμός δωρεάς Ιδρύματος Νιάρχου, βεβαίως βεβαίως). Ξεκίνησα από τα βασικά, να ενημερώσω τους αποσπασμένους που χρειάζεται μια βιβλιοθήκη, τι είναι το ΑΒΕΚΤ και τι το dewey, αυτός ο περίεργος αριθμός που είχαν τα περισσότερα βιβλία στη ράχη τους. Έπειτα κατέβασα τα 10.000 και πλέον βιβλία και τα ταξιθέτησα όχι κατά το δοκούν αλλά σύμφωνα με το διεθνώς αναγνωρισμένο δεκαδικό σύστημα ταξιθέτησης που κανείς που εργαζόταν εκεί τα τελευταία χρόνια δεν φαινόταν να γνωρίζει. Ξεχώρισα τα ακαταλογράφητα βιβλία (2.000 βιβλία/ περιοδικά) που ήταν ακουμπισμένα στα ράφια, και ξεκίνησα να τα καταλογογραφώ και να προσπαθώ να σουλουπώσω τον κατάλογο. Διοργάνωσα σεμινάρια σε μαθητές για να τους εξηγήσω πώς λειτουργεί μια οργανωμένη βιβλιοθήκη και εξυπηρετούσα τον κόσμο που έρχονταν. Κι έτσι κάπως τελείωσαν οι πέντε μήνες, χωρίς να προλάβω να καταλογογραφήσω όλα τα βιβλία και χωρίς να προλάβουν οι χρήστες να εκπαιδευτούν στο πως πρέπει να χρησιμοποιούν μια οργανωμένη βιβλιοθήκη. Ο καιρός πέρασε και εκείνοι οι αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί έφυγαν ξεφυσώντας για να επιστρέψουν στις τάξεις τους σε αυτό που ξέρουν να κάνουν. Φέτος βγήκαν οι νέες αποσπάσεις και εκεί θα είναι ένας άλλος εκπαιδευτικός γαλλικής φιλολογίας που θα γίνει προϊστάμενος και θα προσπαθήσει και αυτός να καταλάβει τι γίνεται, γιατί το Υπουργείο Παιδείας μπορεί νομίμως να αποσπά όπου θέλει τους εκπαιδευτικούς του.

Ένας άλλος συνάδελφος βιβλιοθηκονόμος που γνωρίζω δούλεψε με αυτά τα 5μηνα προγράμματα σε κάποια ΓΑΚ της επαρχίας. Εκεί αντίκρισε φυλακισμένα αρχεία που τα εποπτεύει ένας εκπαιδευτικός που αποσπάται κοντά στα 20 χρόνια γνωρίζοντας ότι το μόνο που έχει να κάνει είναι να φυλά τα αρχεία κλειδωμένα αποφεύγοντας να εργάζεται σε σχολικές αίθουσες. Θα είχε ενδιαφέρον να μάθουμε κι άλλες ιστορίες συναδέλφων.

Όλες οι Δημόσιες Βιβλιοθήκες, η Εθνική Βιβλιοθήκη, τα Αρχεία και οι 740 σχολικές βιβλιοθήκες έχουν ανάγκη από εξειδικευμένο προσωπικό, το οποίο αποφοιτά από τα αντίστοιχα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ της χώρας που δημιουργήθηκαν απλά και μόνο για να στελεχώσουν αυτούς τους φορείς. Η στελέχωσή τους από αποσπασμένους εκπαιδευτικούς ή από εκπαιδευτικούς που συμπληρώνουν ωράριο (βλ. σχολικές βιβλιοθήκες) δεν είναι λύση που λύνει μια ανάγκη. Η απόσπαση εκπαιδευτικών δημιουργεί προβλήματα στον ίδιο το φορέα στον οποίον αποσπώνται, αλλά και στα σχολεία που έχουν να αντιμετωπίσουν τα χιλιάδες κενά. Οι αποσπάσεις απλά βολεύουν κάποιους φορείς που χωρίς αυτές δεν θα μπορούν να ανοίξουν. Αλλά ανοιχτή βιβλιοθήκη/αρχείο δεν είναι μια πόρτα που κλειδώνει και ξεκλειδώνει.

Φέτος η πρώτη φάση των αποσπάσεων άφησε πολλές βιβλιοθήκες εκτός καθώς ο αριθμός των αποσπασμένων ήταν μικρότερος από τις άλλες χρονιές κι αυτό έφερε διαμαρτυρίες, διαμαρτυρίες που ούτως ή άλλως θα έπρεπε να υπάρχουν καθώς όλοι οι φορείς δεν στελεχώνονται. Η Ένωση Ελλήνων Βιβλιοθηκονόμων και Επιστημόνων της Πληροφόρησης (ΕΕΒΕΠ), ο μόνος σύλλογος που "εκπροσωπεί" τα επαγγελματικά μας δικαιώματα αντί να ζητήσει εξειδικευμένο προσωπικό από το Υπουργείο, ζητά να αποσπαστούν περισσότεροι εκπαιδευτικοί για να μπορέσουν οι φορείς να "λειτουργήσουν" αναγνωρίζοντας ότι χρειάζεται εξειδικευμένο προσωπικό αλλά επειδή αυτό θα πάρει χρόνο ζητά εκπαιδευτικούς, ενισχύοντας την παράλογη πρακτική που τόσο χρόνια εξυπηρετεί απλά κάποια συμφέροντα. Η ΕΕΒΕΠ συντάσσει και αποστέλλει επιστολή στον Υπουργό Παιδείας που ζητά οι βιβλιοθήκες να συνεχίσουν να λειτουργούν, όπως αυτή που εργάστηκα για πέντε μήνες. Σε μια άλλη επιστολή διαμαρτυρίας οι "Φίλοι του Ιστορικού Αρχείου Κρήτης", ζητούν από τον υπουργό Φίλη, μεταξύ των άλλων, ο φιλόλογος που αποσπάται επί εννέα έτη στο αρχείο τους ότι πρέπει να μεταταχθεί οριστικά στην οργανική θέση (!) του Ιστορικού Αρχείου Κρήτης και να μην επιστρέψει στην οργανική του θέση στο σχολείο που υπηρετούσε. Διότι φέτος αποσπάστηκε κάποιος άλλος εκπαιδευτικός στη θέση του που τον θέλουν κι αυτόν γιατί είναι πληροφορικός και θα βοηθήσει στην ψηφιοποίηση αλλά θέλουν και τον προηγούμενο. Έτσι απλά οι άνθρωποι πίσω από την επιστολή θεωρούν ότι ο νόμιμος τρόπος για να στελεχωθεί ένα Ιστορικό Αρχείο είναι οι μετατάξεις και οι αποσπάσεις εκπαιδευτικών που διορίστηκαν για να εργάζονται σε κάποια σχολική μονάδα. Δεν αναφέρουν/ δεν γνωρίζουν ότι το Αρχείο θα πρέπει να στελεχωθεί από αρχειονόμους και από λοιπό εξειδικευμένο προσωπικό που θα επιλεγεί μέσω νέων προκηρύξεων.

Είναι τόσο δύσκολο να σκεφτεί κάποιος να ζητήσει από το Υπουργείο Παιδείας να προσλάβει στις Βιβλιοθήκες και στα Αρχεία συμβασιούχους βιβλιοθηκονόμους/ αρχειονόμους/ πληροφορικούς/ ιστορικούς όπως προσλαμβάνει κάθε χρόνο συμβασιούχους εκπαιδευτικούς στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση; Είναι τόσο δύσκολο να ζητήσει κάποιος από το Υπουργείο Παιδείας προκήρυξη μόνιμων θέσεων όπως ζητάνε οι εκπρόσωποι των εκπαιδευτικών κι όλος ο κόσμος για την εκπαίδευση;

Είναι φανερό ότι δεν υπάρχει κάποια ένωση/ σύλλογος που να εκπροσωπεί τα επαγγελματικά μας δικαιώματα. Μάλλον κανείς δεν γνωρίζει την ύπαρξή μας, ούτε το ρόλο μας. Συστηματικά καταπατούνται τα επαγγελματικά μας δικαιώματα και απαξιώνονται οι σπουδές μας από κράτος και εκπροσώπους φορέων. Απευθύνομαι στους νέους απόφοιτους βιβλιοθηκονόμους και ζητώ να ενωθούμε και να κάνουμε γνωστή την ύπαρξή μας με κάθε τρόπο. Το να συζητάμε αέναα όλα αυτά μέσω facebook δεν είναι λύση. Είναι γνωστό ότι πολλοί απόφοιτοι βλέποντας ότι αυτό που σπούδασαν δεν έχει κανένα μέλλον τα παρατούν και απασχολούνται σε άλλους τομείς, λογικό επίσης όσοι εργάζονται ήδη σε αντίστοιχους φορείς να μην τους απασχολεί τι γίνεται πια στον χώρο. Σίγουρα, όλοι το ξέρουμε, ένα μικρό ποσοστό των αποφοίτων μέσω των γνωριμιών τους βολεύονται, γιατί το μέσον είναι πάνω από όλα και κάποιοι διορισμοί από την πίσω πόρτα γίνονται. Όλοι εμείς όμως που αναζητούμε εργασία και δεν εγκαταλείπουμε την επιστήμη που σπουδάσαμε πρέπει να προβάλουμε με όποιο τρόπο όλες τις αδικίες που γίνονται εις βάρος μας και να τις γνωστοποιούμε  συνεχώς στο ευρύ κοινό γιατί γνωρίζουμε πως λειτουργεί σωστά μια βιβλιοθήκη και πιστεύουμε ότι χρειάζεται να υπάρχουν, όπως τα σχολεία, τα νοσοκομεία, τα μουσεία... 

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

Μοναστηριακές συζητήσεις


Σε ένα ήσυχο μοναστήρι πολλά χιλιόμετρα μακριά από εδώ που κοιτά τον ήλιο να σβήνει στη θάλασσα βρεθήκαμε δύο ενθουσιώδεις βιβλιόφιλοι να μιλάμε για τον Μακριδάκη και τη Δεξιά τσέπη του ράσου. Προσπαθούσαμε να πείσουμε τους μοναχούς που μας κοίταζαν αποσβολωμένοι ότι πρέπει να το διαβάσουν. Είναι αλήθεια ότι διαβάζοντας αυτό το βιβλίο τη μοναχική ζωή σε μοναστήρι σκεφτόμουν και το τι θα περνούσε από το μυαλό ενός μοναχού αναγνώστη. Δεν ξέρω αν τους πείσαμε να διαβάσουν αυτό ή κάποιο άλλο βιβλίο, εγώ πάντως κέρδισα το πρώτο βιβλίο του Χιώτη συγγραφέα, αυτό με το οποίο συστήθηκε στο αναγνωστικό κοινό.

Ο Ανάμισης ντενεκές εκδόθηκε το Μάιο του 2008 και μέχρι τον Δεκέμβριο του έτους εκείνου είχε τυπωθεί τέσσερις χιλιάδες φορές και ακόμη συνεχίζει πόσο μάλλον μετά την περσινή επιτυχία της θεατρικής παράστασης.
Ο συγγραφέας βρίσκεται στην πανέμορφη Βιβλιοθήκη Κοραή της Χίου κι ένας αποσπασμένος εκπαιδευτικός (η λέξη βιβλιοθηκονόμος δεν υπάρχει ούτε στην ελληνική λογοτεχνία, φευ!) τον βοηθά να βρει την αλήθεια πίσω από έναν θρύλο μέσω του τοπικού τύπου της εποχής εκείνης.
To 1915 o Γιώργης Πέτικας σκότωσε τον καλύτερο του φίλου εξαιτίας μιας γυναίκας που ήθελε να γίνει δική του κι έκτοτε έζησε μια περιπέτεια που έμελλε να γίνει θρύλος. Για να γλυτώσει τη φυλακή κρύβεται για πολλά χρόνια στα δύσβατα και κατάφυτα βουνά της Χίου. Η αδυναμία της χωροφυλακής να τον εντοπίσει, αλλά και η βοήθεια που του παρέχουν οι συγχωριανοί του, καθώς ήταν αγαπητός, συντέλεσαν ώστε η ιστορία του να επιζήσει πολλά χρόνια στην προφορική παράδοση της Χίου. Παρόλο που ήταν δολοφόνος, η παράδοση τον εξύμνησε ως ήρωα καθώς κατάφερε να ρεζιλέψει ολόκληρη την χωροφυλακή και τον αρχηγό της Πλαπούτα.

Πίσω από την αληθινή ιστορία του θρύλου φανερώνονται στον αναγνώστη κομμάτια της ιστορίας του νησιού. Την εποχή εκείνη η Χίος μόλις έχει προσαρτηθεί στην Ελλάδα, στους δρόμους της βρίσκονται πρόσφυγες που διχάζουν την τοπική κοινωνία και η χώρα ετοιμάζεται να εισέλθει σε έναν πόλεμο που τρέφεται από τη Μεγάλη Ιδέα. Η ιδιαίτερη γλώσσα στην οποία είναι γραμμένο αποτυπώνει στο χαρτί την ντοπιολαλιά του πιο όμορφου νησιού του Αιγαίου που ο συγγραφέας φαίνεται να αγαπά βαθύτατα.

Η Χίος γίνεται ακόμη πιο όμορφη έχοντας έναν συγγραφέα να σμιλεύει την ιστορίας της, την παράδοσή της και τα χώματά της, όμορφη και τυχερή. 

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

Λογοτεχνία και Ολυμπιακοί Αγώνες


Λίγο πριν την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του Γιώργο Μαυρωτά το Θεώρημα της επτάδας και αποτέλεσε μια πολύ καλή εισαγωγή πριν ο αθλητισμός εισβάλει στη ζωή μας μέσα από τις οθόνες της τηλεόρασης, όπως συμβαίνει κάθε τέσσερα χρόνια τέτοια εποχή. Το καλό αυτής της παγκόσμιας γιορτής του αθλητισμού είναι η γνωστοποίηση και η προβολή όλων των αθλημάτων και η παρακολούθηση αγώνων μεταξύ των καλύτερων αθλητών παγκοσμίως.
Γυρνώντας από ένα ταξίδι στην Ευρώπη στο οποίο συνάντησα σε κάθε πλατεία και σε κάθε δρόμο ανθρώπους να γυμνάζονται, να τρέχουν και να ποδηλατούν, κατάλαβα πόσο μακριά από την κουλτούρα μας είναι ο υγιεινός τρόπος ζωής και πόσο πίσω έχουμε μείνει, προσκολλημένοι στην καθιστική ζωή με καφέ και τσιγάρο, τάση παλαιότερων δεκαετιών. Με όποιον τρόπο και να «εισβάλλει» ο αθλητισμός στη ζωή μας μόνο για καλό μπορεί να είναι, και η λογοτεχνία σίγουρα μπορεί να είναι ένα μέσο. Στην αθλητική λογοτεχνία εντάσσει ο συγγραφέας το βιβλίο αυτό και είναι το πρώτο βιβλίο που διαβάζω και τοποθετείται σε αυτήν την κατηγορία.
Ο συγγραφέας ασχολήθηκε με το πόλο επί δεκαέξι χρόνια, συμμετείχε σε πέντε Ολυμπιάδες ενώ τα τελευταία πέντε χρόνια της καριέρας του ήταν ο αρχηγός της εθνικής ομάδας. Το πλούσιο βιογραφικό του δεν σταματά στον αθλητισμό αφού παράλληλα με την αθλητική καριέρα του σπούδασε στη Σχολή Χημικών Μηχανικών του Ε.Μ.Π., έκανε το διδακτορικό του και σήμερα είναι αναπληρωτής καθηγητής. Αναμφίβολα η ζωή του κρύβει πολλές εντάσεις και εναλλαγές που έπρεπε να αποτυπωθούν στο χαρτί.
Οι δύο αυτές ενασχολήσεις του, αθλητική και ακαδημαϊκή, λογοτεχνούνται μέσω δύο ηρώων, του Λουκά και του Φίλιππου, στενοί φίλοι από την παιδική τους ηλικία. Όλη η πορεία του πρώτου στον αθλητισμό δοσμένη απλά και ευανάγνωστα. Οι επιτυχίες και οι αποτυχίες, οι αγωνίες, οι χαρές, οι διαμάχες και όλα τα υπόλοιπα συναισθήματα του ομαδικού αυτού αθλήματος έρχονται να μυήσουν και τον πιο απαίδευτο αναγνώστη στους όρους του πόλου και στην αξία του αθλητισμού. Ο Φίλιππος ένας φανατικός θαυμαστής και οπαδός του αθλητή Λουκά πετυχαίνει στις εξετάσεις να μπει σε μια ακαδημαϊκή σχολή και ο ζήλος που δείχνει τον οδηγούν στην εκπόνηση διδακτορικού και στη διεκδίκηση ακαδημαϊκής θέσης.
Ο συγγραφέας μάλλον επιλέγει να αναδείξει τον αθλητισμό αλλά και τον ακαδημαϊκό χώρο μέσω της ωραιοποιημένης τους μορφή προς τέρψη του αναγνώστη, δημιουργώντας ένα ανάλαφρο και καλοκαιρινό ανάγνωσμα. Ο Μαυρωτάς, με αρκετή δόση χιούμορ, περιγράφει στιγμές από τη ζωή του μπερδεμένες με τον μύθο. Το μόνο σίγουρο είναι ότι καθώς έγραφε αυτές τις λέξεις οι μνήμες του γέμιζαν από τις ευχάριστες στιγμές της ζωής του δημιουργώντας ένα βιβλίο που αγαπά τον αθλητισμό αλλά και δευτερευόντως αγαπά και την ακαδημαϊκή έρευνα, τη διδασκαλία και την ενασχόληση του ανθρώπου με την επιστήμη.
Και όλα αυτά τα γράφω καθώς βλέπω την εθνική ομάδα πόλο να αγωνίζεται με εκείνη της Σερβία, που όπως έμαθα, είναι μια χώρα που έχει παράδοση στο άθλημα αυτό. 

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Τα βιβλία της βαλίτσας



Τα βιβλία ταξιδεύουν όπως και οι άνθρωποί τους. Στριμώχνονται σε βαλίτσες μπαίνουν, σε αεροπλάνα, καράβια, αυτοκίνητα και από τη μία στιγμή στην άλλη βρίσκονται σε άλλη χώρα, τοποθετούνται σε ξένα ράφια, ακούνε διαφορετικούς ήχους αλλά πάντα τα καλύπτει η ίδια σκόνη, αναπόφευκτα. Ξέρουν ότι είναι σπουδαία, καταλαβαίνουν ότι επιλέχθηκαν με μεγάλη προσοχή και ότι θα διαβαστούν με ευλάβεια. Βεβαίως, στα ξένα μέρη είναι ακόμη πιο πολύτιμα καθώς είναι μοναδικά. Είναι που είναι γραμμένα σε μια σπάνια γλώσσα.
Καταλαβαίνουν κιόλας ότι επιβαρύνονται και με ένα δύσκολο έργο. Οφείλουν να κρατήσουν καλή συντροφιά στον κάτοχό τους, να διαρκέσουν όσο το δυνατόν περισσότερο και να προσφέρουν τη μεγαλύτερη δυνατή παρηγοριά τις ώρες που θα αισθάνεται εκείνη την αβάσταχτη μοναξιά της ξενιτιάς να τον πλακώνει. Για φαντάσου να έχουν κάνει όλα αυτό το ταξίδι, να έχουν σχεδόν τσαλακωθεί με τις τόσες αναταράξεις και με το που θα φτάσει εκείνη η σωτήρια ώρα να ελευθερώσουν τις λέξεις τους, να νιώσουν ότι ο αναγνώστης τους βαριέται. Σίγουρα αυτός θα σκεφτεί ότι έπρεπε να είχε επιλέξει για συνταξιδιώτη κάποιο άλλο βιβλίο, ίσως εκείνο το άλλο που γλυκοκοίταγε στο βιβλιοπωλείο όταν με τις ώρες τα κρατούσε δίπλα δίπλα και έστεκε αναποφάσιστος.
Ποιο βιβλίο θα ήθελε να βρεθεί σε αυτήν την θέση και ποιος αναγνώστης...
Εντελώς αγχωμένα έμειναν να περιμένουν για εκείνη την ώρα της αποκάλυψης και κρυφοκοίταγαν ζηλόφθονα τον ιδιαίτερο πράσινο φίλο τους που είχε ήδη ξεκινήσει να διαβάζεται, να ξαπλώνει στο κρεβάτι, να τεντώνεται, να ξεφυλλίζεται, να αράζει πότε στον καναπέ και πότε στο μαξιλάρι. Ιδιαίτερος γιατί δεν τον είχαν συναντήσει σε κάποιο βιβλιοπωλείο, μάλλον ή ήταν νεοτυπωμένος ή πολύ σπάνιος. Είχε και περίεργο όνομα, άκου Ρωμανός ο ψηφωτής στη Ραβέννα και άλλες βυζαντινές διηγήσεις. Αλλά σίγουρα θα είχε κάτι το πολύ ιδιαίτερο για να ήταν το πρώτο βιβλίο που ξεκίνησε ο κάτοχός τους, δεν εξηγείται αλλιώς.
Όμως βλέπεις, άλλες οι βουλές του Αλλάχ και τίποτα από όλα αυτά που φαντάστηκαν δεν έγινε. Αντ' αυτού έμειναν μόνα τους. Μετά από πολυήμερη αναμονή στριμώχτηκαν πάλι σε μια βαλίτσα και εκ του αποτελέσματος κατάλαβαν ότι ταξίδεψαν το ταξίδι της επιστροφής. Βρέθηκαν από εκεί που ξεκίνησαν, ευτυχώς όχι πάλι στο βιβλιοπωλείο αλλά σε ένα πηγμένο πράγματα σπίτι. Τους έφυγε ένα μεγάλο άγχος, γιατί άκουγαν γνώριμες λέξεις που σημαίνει ότι δεν ήταν πια μοναδικά, επιφορτισμένα με το δύσκολο έργο της απολαυστικής ανάγνωσης, ένιωθαν όμως κι ότι είχαν χάσει και ένα μέρος από τη σπουδαιότητα τους.
Παρ' όλ' αυτά συνεχίζουν να βρίσκονται σε μια μισοανοιγμένη βαλίτσα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, βλέπουν τον άνθρωπό τους να διαβάζει ένα νέο βιβλίο.
Ή ο κάτοχος τους είναι τρελός ή ετοιμάζονται για νέο ταξίδι ή και τα δύο... αλίμονο!

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Ο φόβος για το όμορφο


Είναι ό, τι πιο όμορφο έχω αντικρίσει. Αυτή η Πόλη είναι κάτι το διαφορετικό. Ένας απίστευτος συνδυασμός Ανατολής και Δύσης. Ιδιαίτερο αστικό τοπίο, μεγαλειώδες, αυθεντικό, διαχρονικό. Ξεχειλίζει ιστορία, κάθε σοκάκι, κάθε κτίριο, κάθε γέφυρα, ακόμη κι αυτή η θάλασσα είναι αναπόσπαστο κομμάτι ιστορίας. Αιματοβαμμένη. Το απόγευμα που δύει ο ήλιος, τότε είναι που τα χρώματα φαίνονται καλύτερα. Η Κωνσταντινούπολη είναι ένα μείγμα πολλών, όλοι οι πολλοί που πέρασαν, άφησαν εκεί από ένα κομμάτι τους που δεν μπορεί να κρυφτεί από έναν παρατηρητικό ταξιδιώτη ή κάτοικο. Το συναντάς σε κάθε σου βήμα. Και πάντα εκπλήσσεσαι. Από την ομορφιά που δείχνει να μην έχει τέλος.


Η Πόλη αυτή είναι οι λαοί που φιλοξενεί στους κόλπους της, οι θρησκείες τα έθιμα και τα φαγητά τους, είναι τα τζαμιά που συνορεύουν με τις ορθόδοξες εκκλησίες, οι ουρανοξύστες με τις ξύλινες παράγκες, είναι οι μυρωδιές των μπαχαρικών, του τσαγιού και του ναργιλέ, είναι οι φωνές των ανθρώπων και οι κόρνες κάθε είδους οχήματος, μα περισσότερο από όλα είναι αυτή η θάλασσα. Η θάλασσα που αγκαλιάζει όλο το αστικό τοπίο, μπαίνει μέσα του και γλύφει το καυσαέριο, δέχεται μέσα της κάθε ξεπερασμένη ανάγκη των κατοίκων, μεταφέρει σκουπίδια και ανθρώπους και συνεχίζει να επιβιώνει προσφέροντας τροφή και ευχαρίστηση. Αν αφαιρεθεί κάτι από όλα αυτά θα χαθεί ένα σημαντικό κομμάτι.


Όμως, έχω μάθει να τρομάζω με την τόση ομορφιά, είτε είναι από ανθρώπους είτε από αντικείμενα είτε από ιδέες. Κουβαλάνε πάνω τους μια αγέρωχη αυτοπεποίθηση, σαν να μπορούν να συντρίψουν οτιδήποτε δεν μπορεί να σταθεί στο ύψος τους. Ίσως να έχει την ίδια αυτοπεποίθηση και κάποιος που ηγείται μια χώρα που συμπεριλαμβάνει ένα τόσο μεγάλο και τόσο ιστορικό σταυροδρόμι πολιτισμών ή ίσως απλά να προσπαθεί να φαίνεται ότι είναι ισάξιος της.

Ίσως ο φόβος να υποδηλώνει κύρος στο μυαλό κάποιου. Όμως σε εμένα δεν ταιριάζει.
Επιστροφή στο τώρα αγκαλιά με τις φωτογραφίες του χτες. Φωτογραφίες που απεικονίζουν ένα μικρό μέρος της αυθεντικής ομορφιάς ενός τόπου που σχεδόν έκανα σπίτι μου.

Ωραίες αναμνήσεις μιας Πόλης που φτιάχτηκε για να φωτογραφίζεται και να αγαπιέται κι όχι για να τρομάζει τους κατοίκους της. Ίσως να επιστρέψω πάλι όταν τα πνεύματα θα έχουν ηρεμήσει.

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Η αναγκαιότητα της ανάγνωσης


Ένα βιβλίο με αυτόν τον τίτλο δεν θα μπορούσε να λείπει από τη δική μου βιβλιοθήκη. Πόσο μάλλον αν ο συγγραφέας του είναι συνάδελφος βιβλιοθηκονόμος κι είχε την καλοσύνη να μου προσφέρει ένα αντίτυπο από το νεοεκδοθέν βιβλίο του πριν ακόμη ενημερωθώ για την έκδοση.
Στο ολιγοσέλιδο, δυστυχώς, βιβλίο εσωκλείονται σκέψεις που όλοι εμείς οι φανατικοί αναγνώστες έχουμε στο μυαλό μας. Η αγάπη για το βιβλίο, τα διαβάσματα που μας ακολουθούν σε κάθε βήμα και μας έχουν διαμορφώσει, η βαθύτερη σχέση μεταξύ αναγνώστη και αναγνωσμάτων, η θλίψη για όσους δεν έχουν αισθανθεί αυτόν το βαθύτερο δεσμό και οι συλλογισμοί για το πώς αυτό μπορεί να αλλάξει.
Δεν λείπουν από κάθε σελίδα, αναφορές αγαπημένων βιβλίων του συγγραφέα που ο αναγνώστης του δεν μπορεί παρά να χαμογελάσει καταλαβαίνοντας. Αλήθεια πως μπορεί να αντιληφθεί κάποιος τον έρωτα αν δεν έχει διαβάσει το Μονόγραμμα του Ελύτη ή τον Ρωμαίο και Ιουλιέτα του Σαίξπηρ;
Ακόμη, δεν παραλείπεται να συνδεθεί η ανάγνωση και με τις άλλες μορφές τέχνης γιατί ανάγνωση δεν αφορά μόνο στο βιβλίο αλλά και σε ένα μουσικό κομμάτι, σε ένα πίνακα ζωγραφικής, σε ένα θεατρικό έργο. Η τέχνη κι ο άνθρωπος, ο πομπός κι ο δέκτης, έννοιες που όλοι εμείς θαυμάζουμε και αποτελούν σημείο αναφοράς.

«Η ανάγνωση είναι ένας συγκλονιστικός συνδυασμός καλλιτεχνικής δημιουργίας, ένας συγκλονιστικός συνδυασμός ζωής. Καθώς ο αναγνώστης καταδύεται στα μαγικά βάθη των λογοτεχνικών κειμένων, συνδημιουργεί μαζί με τον συγγραφέα κόσμους και ιδέες. Παρασύρεται με τους λογοτεχνικούς ήρωες και ζει μαζί τους αγωνίες, πάθη, έρωτες και άγχη».

Το μανιφέστο Η αναγκαιότητα της ανάγνωσης είναι το πρώτο βιβλίο του Νίκου Σιδέρη και ίσως το πρώτο βιβλίο ενός αποφοίτου τμήματος Βιβλιοθηκονομίας το οποίο διαβάζω. Εύχομαι γρήγορα να εκδοθεί και το επόμενο βιβλίο του κι εύχομαι όλοι οι βιβλιοθηκονόμοι να έχουν αυτήν την τρέλα και τον έρωτα με το βιβλίο. Γιατί η ανάγνωση μπορεί να αλλάξει τον κόσμο κι ας είμαστε όλοι εμείς που το πιστεύουμε γραφικοί και ρομαντικοί.

Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο μπορείτε να βρείτε εδώ.

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Προετοιμασίες για την Πόλη


Το δεύτερο βιβλίο Τούρκου συγγραφέα που διαβάζω και εκτυλίσσεται στην όμορφη Κωνσταντινούπολη. Μετά το εξαιρετικό βιβλίο του Παμούκ, για το οποία είχα γράψει εδώ, σειρά είχε το νέο βιβλίο του Ahmet Ümıt "Έγκλημα στο Πέρα" (που είχα την τύχη να διαβάσω καθώς ένας ευγενικός κύριος το δώρισε στη δημόσια βιβλιοθήκη), ένα νουάρ μυθιστόρημα με τη συνηθισμένη υπόθεση αλλά όχι με την αγωνία των αστυνομικών μυθιστορημάτων.
Η υπόθεση είναι απλή.
Βρισκόμαστε στη χειμωνιάτικη χιονισμένη Κωνσταντινούπολη, στην πρώην ακμάζουσα ελληνική γειτονιά Ταρλάμπασι που τώρα βασιλεύει το έγκλημα γίνεται ένας φόνος το οποίο αναλαμβάνει να ερευνήσει ο αστυνόμος Νεβζάτ με τον βοηθό του Αλή. Ο ένας φόνος ακολουθείται από άλλους, με τον αστυνόμο να μην μπορεί να βρει τη λύση και να βρίσκεται μπλεγμένος σε δύσκολες υποθέσεις με πρωταγωνιστές τη μαφία που κυριαρχεί στην περιοχή.
Αν και τα πολλά ονόματα και τα πολλά πρόσωπα που εμπλέκονται στην υπόθεση με κούρασαν με αποτέλεσμα να μην μπορώ να ακολουθήσω το αστυνόμο στην εύρεση του/ των δολοφόνου/ ων, κατάλαβα πως ούτως ή άλλως δεν ήταν αυτή η βασική επιθυμία του συγγραφέα, γι' αυτό και το βιβλίο ξεχωρίζει από τα συνηθισμένα νουάρ. Μέσα από τα εγκλήματα που φαίνεται να μην έχουν τέλος, ο Ουμίτ παρουσιάζει την σκληρή αλήθεια της όμορφης μεγαλούπολης που δεν είναι άλλη από την απερισκεψία των κατοίκων της και η τάση τους να ξεχνούν.


Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όλη η υπόθεση τοποθετείται στην γειτονία των Ελλήνων και των Αρμένιων που μετά τα Σεπτεμβιανά και τον βίαιο διωγμό τους, ξέπεσε με αποτέλεσμα σήμερα να είναι η πλέον κακόφημη συνοικία που συγκεντρώνει μαφία, ναρκωτικά, πορνεία και τους δυστυχισμένους ανθρώπους που εμπλέκονται σε όλα αυτά (περισσότερα για τη γειτονιά μπορείτε να διαβάσατε εδώ). Παράλληλα, στο όνομα της ανάπλασης, προστέθηκε άλλος ένας λόγος για να τυραννά την πολύπαθη γειτονιά, οι αγοραπωλησίες των εγκαταλειμμένων σπιτιών, ακόμη καπνισμένων από τις φωτιές, που ξεχωρίζουν για την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική. Σαν η περιοχή να μην μπορεί να ξεχάσει τις μαύρες στιγμές της ιστορίας της Πόλης. Μαζί με αυτήν φαίνεται να μην μπορούν να ξεχάσουν και ορισμένοι κάτοικοι γνώστες της αλήθειας. Τόσο ο Παμούκ όσο και ο Ουμίτ αναφέρονται στα γεγονότα της 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου 1955 ως οι πιο ντροπιαστικές ημέρες που έζησε η Πόλη.


Ο πρωταγωνιστής της μυθ-ιστορίας, ο Νεβζάτ μπέη, είναι ερωτευμένος με την Ευγενία, Ρωμιά, τυχαίνει τις ημέρες που εξιχνιάζονται τα εγκλήματα να την έχουν επισκεφθεί συγγενείς από την Αθήνα, παλιοί κάτοικοι της Πόλης που έφυγαν μετά τα αποτρόπαια γεγονότα. Ο συγγραφέας δίνει λόγο στη θεία Φωφώ, η οποία εξιστορήσει με θλίψη τα όσα έζησε. Και καταλήγει η θεία Φωφώ, που μπορεί να είναι και η δική μου θεία:
"Τα σπίτια μας είναι εδώ, οι τάφοι των προγόνων μας είναι εδώ, η ψυχή μας είναι εδώ, αλλά εμείς πήγαμε στην εξορία. Οριστική εξορία... Καλά, εμάς εξόρισαν, μας έδιωξαν και τι έγινε; Πολύ το χάρηκαν; Η χώρα γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη; Η πόλη είδε μεγάλη ακμή και ευημερία; Αντιθέτως, έγινε χειρότερα δυστυχώς. Θα είδες την απελπιστική κατάσταση του Ταρλάμπασι. Ξεχειλίζει η φτώχια, η διαφθορά, η ξεδιαντοπιά κάθε είδους. Ένα αλλόκοτο πράγμα στην καρδιά της πόλης. Λες και κάποιος την καταράστηκε την αγαπημένη μου συνοικία."
Τέσσερις σελίδες που φανερώνουν ότι οι αληθινοί κάτοικοι αυτής της Πόλης δεν έχουν καταφέρει να ξεχάσουν τη δυστυχία που σκόρπισαν ορισμένοι φανατισμένοι (ευτυχισμένος ο λαός που δεν έχει τέτοιους).
Και πράγματι δεν έχουν ξεχάσει, το είδα, το έζησα, σε όσους με αγκάλιασαν βλέποντας σε εμένα τους Έλληνες φίλους που έχασαν. Αυτούς όλους τους ανθρώπους θα πάω να ξανασυναντήσω. Η επόμενη ανάρτηση θα είναι από την καλοκαιρινή, πολυπολιτισμική Ιστανμπούλ με τα ωραία χρώματα. Ανυπομονώ.

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Καιρός για διακοπές

Τα περίεργα και δύσκολα χρόνια που διανύουμε δημιουργούν νέες καταστάσεις που κοντεύουν να γίνουν ρουτίνα καθώς η χώρα αδυνατεί να φύγει από το οικονομικό αδιέξοδο που της έχει επιβληθεί. Ο άνθρωπος όμως είναι κάτι σαν χαμαιλέοντας και προσαρμόζεται σε όποιο κομμάτι γης κι αν τον ακουμπήσουν. Έτσι κι εγώ, όπως κι άλλοι της ηλικίας μου, προσαρμοζόμαστε στο μόνιμο καθεστώς εργασιακής και οικονομικής αβεβαιότητας, ανασφάλειας και μετακίνησης.
Ένα παράδειγμα σε αυτό το εργασιακό καθεστώς είναι οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί. Κάθε καλοκαίρι, εδώ και οχτώ χρόνια μένουν άνεργοι, κάνουν αίτηση και κάποια στιγμή, άγνωστο πότε, τους ζητούν εντός τριών ημερών να παρουσιαστούν στο νομό που έχουν επιλεγεί και τους τοποθετούν σε κάποια σχολική μονάδα για να εργαστούν μέχρι τον Ιούνιο και μετά πάλι από την αρχή. Κι έτσι ζουν χιλιάδες Έλληνες, χωρίς σταθερό μέρος διαμονής, μαθαίνοντας να προσαρμόζονται σε όποιο εργασιακό περιβάλλον τους ανοίξει την πόρτα τους για λίγο. Μαθαίνουμε βέβαια και να απολαμβάνουμε αυτόν τον διαφορετικό εργασιακό τουρισμό όπως τον έχω ονομάσει.

Έτσι λίγο πριν φτιάξω πάλι βαλίτσες για να επιστρέψω από εκεί που ήρθα, θα σας παρουσιάσω ένα πανέμορφο μέρος που αξίζει να επισκεφθείτε κάποια στιγμή στη ζωή σας, πλησιάζει και το τριήμερο του Άγιου Πνεύματος και είναι ό, τι πρέπει για όσους θέλουν να αποδράσουν από την Αθήνα.


Ο επίγειος παράδεισος μου βρίσκεται στη Μεσσηνία ονομάζεται Πολυλίμνιο κι απέχει 31 χιλιόμετρα από τη πρωτεύουσα τον νομού, στο δρόμο που ενώνει την Καλαμάτα με την Πύλο. Ο νέος δρόμος που δημιουργήθηκε δίνει τη δυνατότητα στους Αθηναίους να βρεθούν στην Καλαμάτα σε 2.30 ώρες και να πληρώσουν βέβαια τα πανάκριβα διόδια (13 ευρώ), αλλά ο πανέμορφος αυτός νομός αξίζει. Είναι ο καταπράσινος Ταΰγετος με τα πολλά μονοπάτια πεζοπορίας που όλα οδηγούν σε υπέροχα ποτάμια, είναι οι πεντακάθαρες παραλίες, είναι η Μάνη με την Καρδαμύλη και την Στούπα, είναι η Πύλος, η Μεθώνη, η Κορώνη, η Κυπαρισσία είναι και το ιδιαίτερο Πολυλίμνιο που θα γεμίσουν τον ταξιδιώτη εικόνες.


Το Πολυλίμνιο είναι ένα μέρος που παρόμοιο του δεν έχω ξανά αντικρίσει σε όλη την Ελλάδα, ιδανικό για δροσερό μπάνιο σε γλυκά νερά το καλοκαίρι αλλά και για πεζοπορία δίπλα στους ήχους του νερού που κυλάει τις ηλιόλουστες μέρες των άλλων εποχών.


Ακολουθώντας τις ταμπέλες περνάμε το χωριό Καζάρμα, φτάνουμε στο χωριό Χαραυγή, αφήνουμε το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ, κατηφορίζουμε τον χωματόδρομο (περίπου 300 μ.) και φτάνουμε στον καταπράσινο παράδεισο για να ξεκινήσουμε την πεζοπορία (3 χμ.) και να ανακαλύψουμε όλες τις λίμνες που δημιουργούνται από τα ορμητικά νερά του φαραγγιού. Το μέρος πρόσφατα αξιοποιήθηκε και δόθηκε η ευκαιρία να γίνει προσπελάσιμο από όλους. Στο μονοπάτι έχουν τοποθετηθεί ξύλινες γεφυρούλες αλλά και μεταλλικά στηρίγματα που σου επιτρέπουν και σε παροτρύνουν να συνεχίσεις την πεζοπορία και να δεις όλες τις μαγικές λίμνες που η καθεμία έχει και διαφορετικό όνομα Μαυρολίμνα, Κάδη, Καδούλα, του Ιταλού, του Τυχερού κ.λπ.


Έχω περπατήσει εκεί όλες της εποχές, τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού έχει, όπως είναι λογικό, πολύ κόσμο. Η σκιά της πλούσιας βλάστησης σου επιτρέπει να πεζοπορήσεις χωρίς κανένα πρόβλημα, ενώ ο ήχος του νερού καλύπτει κάθε σου σκέψη. Τον περισσότερο κόσμο τον συγκεντρώνει η μεγαλύτερη λίμνη, η Καδούλα που έχει σχήμα καρδιάς κι έναν εκπληκτικό καταρράκτη 25 μέτρων, ενώ γύρω γύρω έχει βράχια για να βουτήξεις στα κρύα νερά άμεσα χωρίς να σε νοιάζει τίποτα.

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2016

Οι γυναίκες από το Αφγανιστάν


Ο Αλγερινός συγγραφέας που κρύβεται πίσω από το γυναικείο ψευδώνυμο Γιασμίνα Χάντρα (Yasmina Khadra) είναι ο Μοχάμεντ Μουλεσεχούλ (Mohammed Moulessehoul) κι έγραψε το καλύτερο και διαχρονικότερο βιβλίο που διάβασα τους τελευταίους μήνες. Πρόκειται για το βιβλίο τα "Χελιδόνια της Καμπούλ". 
Έχω δηλώσει ξανά ότι με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα λογοτεχνικά βιβλία που αναφέρονται στις ανατολικές πολύπαθες χώρες. Μου δίνουν την ευκαιρία να ταξιδέψω σε πόλεις με διαφορετική κουλτούρα που ίσως ποτέ να μην καταφέρω να επισκεφτώ και να γνωρίσω γιατί οι πόλεμοί τους φαίνεται να μην έχουν τέλος. Κι όταν σκέφτομαι ανατολίτικη κουλτούρα το μυαλό μου πάει σε χρωματιστά χαλιά που ίσως και να πετάνε, τη φωνή του Ιμάμη που σε καθηλώνει αρκετές φορές τη μέρα, μυρωδιές από μπαχαρικά και όμορφες μελαχρινές γυναίκες που ψάχνουν λυχνάρια. Και ίσως κάποτε να ήταν έτσι, πόσα χρόνια όμως αυτό έχει πάψει; Γκρεμισμένα σπίτια, ήθη και έθιμα, φόβος, φτώχια, τυραννία, πίστη. Οι άνθρωποι αυτών των χωρών μάλλον δεν θα καταφέρουν να βρουν ποτέ την ηρεμία και τη γαλήνη που θα έπρεπε να κυριαρχεί σε όλες τις πόλεις του κόσμου. 
Ο Χάντρα μας ταξιδεύει στην πρωτεύουσα του Αφγανιστάν την εποχή που βρίσκεται υπό την κυριαρχία των Ταλιμπάν και του ισλαμικού ιερού νόμου που απαγορεύει τα πάντα. Στο μόλις 150σέλιδο βιβλίο και μέσα από τη ζωή δύο αντρόγυνων που έχουν επιβιώσει από τον πόλεμο με τους Ρώσους και τώρα αναγκάζονται να επιβιώνουν υπό το καθεστώς τρόμου, ο συγγραφέας μας μεταφέρει όλο το εμπόλεμο κλίμα, όλο τον φόβο των ανθρώπων και την τρέλα που έχει κυριαρχήσει. 
Περισσότερο απ' όλα όμως φανερώνεται η θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Ζήτημα που φαίνεται να αγγίζει περισσότερο τον συγγραφέα που επιλέγει να κρυφτεί πίσω από ένα γυναικείο όνομα. Η γυναίκα που αναγκάζεται να ζει κρυμμένη κάτω από το τσαντόρ της, χωρίς κανένα δικαίωμα, στη σκιά ενός άντρα που την αντιμετωπίζει σαν ζώο ακόμη κι όταν την ερωτεύεται παράφορα. Λιθοβολείται και εκτελείται προς παραδειγματισμό, ταπεινώνεται, μένει φυλακισμένη σε ένα γκρεμισμένο σπίτι, της απαγορεύεται ακόμη και να αναπνεύσει κάτω από τον καυτό ήλιο της Καμπούλ. Κι όλα αυτά στο όνομα κάποιου θεού που τους διατάζει. 
Ζητήματα που η δική μας "πολιτισμένη" δυτική κοινωνία έχει λύσει ή πιστεύει ότι έχει λύσει ή απλά τα έχει σκεπάσει εξαλείφοντας τις ακραίες και κατακριτέες συμπεριφορές.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...